Συνέντευξη με τον Φιλόλογο-Επίτιμο Σχολικό Σύμβουλο Φιλολόγων Γιώργο Καπρινιώτη

Share Button

Επιμέλεια: Βασιλική Β. Παππά

Στοιχεία επικοινωνίας: [email protected]

Ο Γιώργος Καπρινιώτης γεννήθηκε στο Καρτέρι Θεσπρωτίας. Αποφοίτησε από την Ζωσιμαία Παιδαγωγική Ακαδημία και τη Φιλοσοφική Σχολή Ιωαννίνωνμε υποτροφίες του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (Ι.Κ.Υ.). Επίσης, αποφοίτησε από τη Σχολή Επιμόρφωσης Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης Ιωαννίνων (ΣΕΛΜΕ). Επιμορφώθηκε στην Ακαδημία του Ντίλινγκεν Βαυαρίας της Γερμανίας σε θέματα σχολικής Παιδαγωγικής, Ψυχολογίας και Συμβουλευτικής. Υπηρέτησε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγητής, διευθυντής γυμνασίων-λυκείων, ως διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσπρωτίας και ως Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στους Νομούς Άρτας και Πρέβεζας. Έγραψε το βιβλίο: Οδηγός Ορθογραφίας, Ετυμολογίας και Ερμηνείας Λέξεων και Φράσεων της Νεοελληνικής Γλώσσας; (2010). Αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο της Θεσπρωτίας, στα «Σαρακατσάνικα ΧΑΙΡΕΤΗΜΑΤΑ», στο περιοδικό «ΣΑΡΑΚΑΤΣΑΝΑΙΟΙ» και στο περιοδικό «Εν Τσεπελόβω».

Β.Π.: Φιλόλογος, Διευθυντής Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Θεσπρωτίας, Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων στους Νομούς Άρτας και Πρέβεζας, επίτιμος σήμερα, συγγραφέας και αρθρογράφος. Κύριε Καπρινιώτη, όταν ξεκινούσατε από το Καρτέρι της Θεσπρωτίας, φανταζόσασταν αυτή την εξέλιξη;

Γ.Κ.: Στα παιδικά μου χρόνια, το κύριο πρόβλημα ήταν η επιβίωση και η αντιμετώπιση πολλών και δύσκολων καταστάσεων. Όλα αυτά δεν μου επέτρεπαν να ονειρεύομαι ένα ευοίωνο μέλλον.

Β.Π.: Πηγαίνοντας πίσω, στην παιδική σας ηλικία, ποιο πράγμα θα μπορούσατε να πείτε ότι σας καθόρισε; Ποιες ήταν οι αναφορές σας, οι δάσκαλοί σας, όλα εκείνα που σας κινητοποίησαν;

Γ.Κ.:Το καθοριστικό στην πορεία της ζωής μου προς την εκπαίδευση και τα γράμματα ήταν η ίδρυση και λειτουργία του Γυμνασιακού Παραρτήματος Τσεπελόβου Ζαγορίου το έτος 1957. Το Παράρτημα υπαγόταν στο Γυμνάσιο Θηλέων Ιωαννίνων. Έτσι, όταν τελείωσα το δημοτικό σχολείο στο Σκαμνέλι Ζαγορίου (1958) όπου ξεκαλοκαιριάζαμε, ήταν ευτύχημα για μένα αλλά και για άλλα σαρακατσανόπουλα, αφού στο Τσεπέλοβο, που απέχει από το Σκαμνέλι περίπου τέσσερα χιλιόμετρα, λειτουργούσε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το γεγονός αυτό καθόρισε την παραπέρα πορεία μου. Αναφορικά, με τους δασκάλους και καθηγητές μου, όλους τους θυμούμαι και από όλους κάτι έχω πάρει και έχω διδαχτεί και από τη θετική και από την αρνητική στάση και συμπεριφορά τους. Δεν μπορώ, όμως, να ισχυριστώ ότι κάποιος από αυτούς έπαιξε καταλυτικό ρόλο στις σπουδές μου.

Β.Π.: Αν αρχίζατε από την αρχή τη ζωή σας, θα ακολουθούσατε την ίδια διαδρομή; Τι χάσατε και τι κερδίσατε σε αυτό το ταξίδι προς την προσωπική σας Ιθάκη που φυσικά ακόμη συνεχίζεται…

Γ.Κ.: Αν άρχιζα τη ζωή μου από την αρχή, δεν μπορώ να πω ότι θα ακολουθούσα ή όχι την ίδια πορεία. Το ξεκίνημα και η διαδρομή ενός ανθρώπου καθορίζονται εν πολλοίς από την καταγωγή του και από τις κοινωνικές, οικονομικές και εκπαιδευτικές συνθήκες, που επικρατούν, στο στενό και ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον. Από το προσωπικό μου ταξίδι, γενικά, είμαι ευχαριστημένος, γιατί μπόρεσα να έχω μια καλή διαδρομή, αν λάβουμε υπόψη ότι η αφετηρία ήταν πολύ δύσκολη. Μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών έχω ζήσει πάρα πολύ δύσκολες καταστάσεις, που μερικές από αυτές άγγιζαν τον πρωτογονισμό. Η νομαδική ζωή που έζησα αυτά τα χρόνια, με το ανεβοκατέβασμα από τα βουνά στα χειμαδιά (Σκαμνέλι Ιωαννίνων – Μαζαρακιά Θεσπρωτίας) έχουν σημαδέψει καίρια την ψυχοσύνθεσή μου και την πορεία μου. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα να έχω, γενικά, μικρές φιλοδοξίες για τον εαυτό μου. Αν σ’ αυτά προσθέσω και τον κοινωνικό ρατσισμό που βίωσα, θεωρώ ότι κι εδώ που έφτασα λίγο δεν είναι. Πάντως, το ταξίδι της ζωής μου ήταν αρκετά ενδιαφέρον και οι εμπειρίες και οι γνώσεις που απέκτησα συνετέλεσαν ώστε να γίνω πάνω από όλα άνθρωπος με δικαιοκρισία, αξιοπρέπεια και κριτική στάση απέναντι στα κοινά. Πάντα είχα ως γνώμονα να πορεύομαι χωρίς να δημιουργώ προβλήματα στους άλλους. Ποτέ δεν επιδίωξα με πλάγια μέσα να εξασφαλίσω μια θέση ούτε υπήρξα ποτέ μέλος σε κάποιο κόμμα, για να επωφεληθώ. Όλα αυτά συνετέλεσαν ώστε να μην έχω μεγάλη αυτοεκτίμηση και να μην επιδιώξω υψηλότερους στόχους.

Β.Π.: Ποια ήταν η αφορμή για να γράψετε το βιβλίο «Στα χνάρια της Σαρακατσάνικης Παράδοσης. Προσωπογραφία της Σαρακατσάνας»;

Γ.Κ.: Αφορμή κύρια, για να γράψω το βιβλίο «Στα χνάρια της Σαρακατσάνικης Παράδοσης. Προσωπογραφία της Σαρακατσάνας, Λαογραφικά Δημοσιεύματα» ήταν το χρέος μου προς την παράδοση. Έχω ενστερνιστεί την άποψη ότι δεν αξίζει να φύγει κανείς από αυτή τη ζωή χωρίς να αφήσει κάτι για τους επόμενους. Όσα ο ίδιος βίωσα και όσα έμαθα από άλλους πληροφορητές Σαρακατσάνους και Σαρακατσάνες θεώρησα ότι άξιζαν την καταγραφή. Οι αρχές και οι αξίες των προγόνων παρέχουν την δυνατότητα να χαράζουν την πορεία των επιγενομένων. Βέβαια, πάντα με ορθολογισμό και με επιλογή εκείνων των στοιχείων που έχουν διαχρονική ισχύ.

Β.Π.: Πιστεύετε ότι το κοινό, αναγνωστικό και μη, ενδιαφέρεται να μάθει για τη σαρακατσάνικη παράδοση, μια παράδοση συναφή με ανθρώπους του μόχθου και με θύμησες του παρελθόντος, με τους οποίους χρόνια έχετε ασχοληθεί;

Γ.Κ.: Το κοινό, συλλήβδην, μακάρι να ενδιαφερόταν για την παράδοση. Ωστόσο, η παράδοση των Σαρακατσαναίων πιστεύω, όπως κα η παράδοση άλλων νομάδων, θα κεντρίσει το ενδιαφέρον σ’ ένα ικανοποιητικό ποσοστό ανθρώπων, γιατί παρουσιάζει πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα στοιχεία. Βέβαια, στο χώρο των Σαρακατσαναίων θεωρώ ότι θα βρει μια ανταπόκριση και ιδιαίτερα το κομμάτι εκείνο που έχει ζήσει τη νομαδική ζωή. Επίσης, θέλω να πιστεύω πως μέσω των γονέων και οι νέοι έχουν να κερδίσουν πολλά από την ανάγνωση αυτού του βιβλίου, γιατί θα διαπιστώσουν ότι οι δυσκολίες της ζωής, όσο μεγάλες και να είναι για τον άνθρωπο, αποτελούν μια πρόκληση για αντιμετώπιση και στο τέλος νικητής αναδεικνύεται εκείνος που επιμένει και βρίσκει αντίδοτα στις δυσκολίες. Για την αντιμετώπιση της σημερινής οικονομικής, πολιτικής και ηθικής κρίσης μπορεί να φανεί χρήσιμο γιατί οι αναγνώστες θα διαπιστώσουν ότι οι πρόγονοί τους με πολύ λιγότερα μέσα αντιμετώπισαν μύριες όσες δυσκολίες και δεν λύγισαν ποτέ.

Β.Π.: Φαίνεσθε ένας άνθρωπος χαμηλών τόνων, που ασχολείται μόνο με το έργο του. Υπάρχουν αθέατες πλευρές της προσωπικότητάς σας που δεν γνωρίζει το αναγνωστικό σας κοινό;

Γ.Κ.: Θα έλεγα ότι δεν κρύβω τίποτε από το αναγνωστικό κοινό. Είμαι αυτός που φαίνομαι και δεν έχω αθέατες πλευρές του εαυτού μου. Μου αρέσει η φύση και η καλή μουσική.

Β.Π.: Υπήρξε κάποια κρίσιμη στιγμή που άλλαξε τη ζωή σας; Ποιες είναι οι στιγμές που σας σημάδεψαν συναισθηματικά;

Γ.Κ.: Κρίσιμη στιγμή στη ζωή μου, το προανέφερα στη δεύτερη ερώτησή σας, ήταν τότε που μου δόθηκε η ευκαιρία να φοιτήσω σε γυμνάσιο. Στο συναισθηματικό τομέα, όπως γενικότερα κάθε άνθρωπος, πέρασα από διάφορες διακυμάνσεις και φάσεις, άλλοτε καλές και άλλοτε λιγότερο καλές. Τελικά, η γνωριμία με το έτερο ήμισυ έφερε την ποθούμενη νηνεμία.

Β.Π.: «Κάποιοι δεν ζουν ποτέ αλλά απλώς υπάρχουν» λέει ο Μπέργκμαν. Ποια η δική σας άποψη; Πού κρύβεται τελικά το αληθινό πάθος της ζωής ;

Γ.Κ.: Θεωρώ ότι έχει δίκιο ο Σουηδός σκηνοθέτης. Η ζωή για τον άνθρωπο δεν μπορεί να σημαίνει, απλώς, είμαι ζωντανός, κινούμαι, τρώω, πίνω και δημιουργώ οικογένεια για τη διαιώνιση του είδους. Η ζωή είναι μέγα καλό και πρώτο, κατά τον Σολωμό. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή πρέπει να είναι συνυφασμένη με υψηλά ιδανικά, με την αλληλεγγύη, με την προσφορά προς τον συνάνθρωπο και το σύνολο και με τη δημιουργικότητα. Εκεί, νομίζω ότι βρίσκεται και το αληθινό πάθος για τη ζωή. Να ζεις σημαίνει να είσαι πάνω από όλα άνθρωπος, να αγαπάς το ωραίο, να συντελείς στην επίλυση των ανθρώπινων προβλημάτων, να αγωνίζεσαι καθημερινά γι’ αυτά, να μην είσαι κλεισμένος στον εαυτό σου και να παράγεις κοινωνικό έργο σε οποιονδήποτε τομέα.

Β.Π.: Ποια χαρακτηριστικά εκτιμάτε στους άλλους ανθρώπους και ποια γνωρίσματα κάνουν κάποιον αντιπαθή στα μάτια σας;

Γ.Κ.: Στους ανθρώπους εκτιμώ πάνω από όλα την ευθύτητα, την εντιμότητα και την ειλικρίνεια. Επίσης, την απλότητα και την καλή διάθεση για αλληλοκατανόηση και συνεργασία Στον αντίποδα στέκονται οι αντιπαθείς. Στην κατηγορία αυτή εντάσσω εκείνους που παρουσιάζονται με το πρόσωπο του φίλου ή του συναδέλφου, ενώ στην πραγματικότητα υποκρίνονται και πράττουν άλλα πίσω από την πλάτη σου. Είναι αυτοί που σε δεδομένες στιγμές σου τραβούν τα χαλί κάτω από τα πόδια. Αλλά, και ο φανατισμός, οποιασδήποτε μορφής, από τον οποίο διακατέχονται κάποιοι, δημιουργεί αντιπαθητικά συναισθήματα. Θα πρόσθετα τους φλύαρους, τους ξερόλες, εκείνους που πουλάνε εξυπνάδες και εκείνους που, με τη στάση τους, δεν σου δίνουν τη δυνατότητα να εκφράσεις τις δικές σου απόψεις και θέσεις σε διάφορα ζητήματα. Τέλος, ιδιαίτερη αντιπάθεια μου προκαλούν οι δημαγωγοί πολιτικοί, που με την αμετροέπεια και τη στάση τους προσβάλλουν βάναυσα τη νοημοσύνη του λαού.

Β.Π.: Κλείνοντας, αν σας ζητούσα για το τέλος να πείτε ένα «ευχαριστώ», σε ποιον θα το λέγατε;

Γ.Κ.: Στους γονείς μου και στη σύζυγό μου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *