Η ιστορία της Ηγουμενίτσας περιληπτικά

Share Button

Γράφει ο Σωτήρης Λ. Δημητρίου

ΘΕΣΠΡΩΤΊΑ ή ΘΕΣΠΡΩΤΊΣ.

Το όνομα οφείλεται στον μυθικό ηγεμόνα τον Θεσπρωτό, οποίος θεωρείται γενάρχης των Θεσπρωτών. Θεσπρωτός (μυθολογία), ο δευτερότοκος από τους 50 γιους του βασιλιά Λυκάονα του πρώτου βασιλιά της Αρκαδίας. Ο Λυκάων ο Αρκάδιος ήταν γιος του Πελασγού και της Μελίβοιας (ή της νύμφης Κυλλήνης),  κατά τον Μελέτιο τον Γεωγράφο.

Οι κάτοικοι ονομάστηκαν «Θεσπρωτικόν έθνος» ή «Θεσπρωτικών φύλα» ή «Θεσπρωτικά έθνη».

Στους αρχαίους χρόνους η Θεσπρωτία επεκτεινόταν ως και την αρχαία Δωδώνη ανατολικά. Ανήκε επίσης στην Θεσπρωτία το νεκρομαντείο και η αρχαία Εφύρα (νότια) η οποία χτίστηκε από Μυκηναίους εποίκους τον 14ο – 13o αιώνα π.Χ.

Ως τα πρόσφατα χρόνια και η Πάργα.

Κατά την Τουρκοκρατία η Θεσπρωτία ονομάστηκε Τσαμουριά και οι κάτοικοι Τσάμηδες.

Η παρουσία ανθρώπου στην ευρύτερη περιοχή του Δήμου Ηγουμενίτσας εντοπίζεται στην Παλαιολιθική περίοδο (250.000 – 9000 π.χ.) σε υπαίθριες θέσεις με λίθινα εργαλεία που έχουν βρεθεί στην πεδιάδα του Κάτω Καλαμά. Νεολιθικά ευρήματα (9000-2800 π.χ.) έχουν εντοπισθεί στη σπηλιά της Σίδερης. Οι ανασκαφές στο λόφο Ραγίου (Πύργος) έδειξαν ότι η περιοχή κατοικήθηκε ήδη από την 2η π.χ. χιλιετία.

Κατά την εποχή του χαλκού η Ήπειρος αποτέλεσε την κοιτίδα των περισσότερων ελληνικών φύλων. Η περιοχή μελέτης ανήκε στο φύλο των Θεσπρωτών. Η Τηλεγονία αναφέρει την επίσκεψη του Οδυσσέα στην Θεσπρωτία για να πάρει χρησμό. Μετά τον χρησμό ότι θα τον σκοτώσει ο γιος του απομακρύνθηκε από τα παράλια. Γνώρισε και παντρεύτηκε την βασίλισσα των Θεσπρωτών Καλιδίκη. Έκανε μαζί της έναν γιο τον Πολυποίτη. Τον εδραίωσε στην βασιλεία των Θεσπρωτών κι έφυγε. Στον γυρισμό του τον σκότωσε ο γιος του με την Κίρκη, ο Τηλέγονος.

 

ΗΓΟΥΜΕΝΙΤΣΑ «Λιμήν έρημος»  [Θουκυδίδης]

Κατά την μυθολογία και τοπική παράδοση το νησάκι Αγιονήσι και Πρασούδι, στην είσοδο του όρμου της Ηγουμενίτσας, ήταν οι βράχοι που έριξε ο Κύκλωπας Πολύφημος στον Οδυσσέα, από την επίσκεψή του κατά την Οδύσσεια. Σε μία βορεινή πλαγιά της Ηγουμενίτσας υπάρχει η «Σπηλιά του Κύκλωπα» της οποίας έχει καθιζάνει η οροφή άγνωστο πριν πόσα χρόνια ή αιώνες. (Παραμένει άγνωστος και ανεκμετάλλευτος ο χώρος για τον πολύ κόσμο. Τον γνωρίζουν μόνο όσοι σε μικρή ηλικία πήγαιναν εκεί παίζοντας.  Δυστυχώς!)

Κατά το 1.100 π.Χ. με την κάθοδο των Δωριέων τα υπάρχοντα τότε θεσπρωτικά φύλλα, μετακινήθηκαν προς την Θεσσαλία και τη νότια Ελλάδα.

Κατά τους ιστορικούς χρόνους οι Κερκυραίοι δημιούργησαν αποικίες στην Τορώνη (Λυγιά Ηγουμενίτσας) και τον Βουθρωτό, από όπου έκαναν επιδρομές στην ενδοχώρα και άρπαζαν δούλους. Επίσης προμηθευόταν, όπως και οι νοτιοελληνικές πόλεις, γαλακτοκομικά προϊόντα, δέρματα, μαλλί και ξυλεία. Κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο οι Θεσπρωτοί και οι άλλοι Ηπειρώτες συμμάχησαν με τους Πελοποννήσιους κατά των Αθηναίων και των Κερκυραίων. Το 433 π.χ. έγινε η περίφημη ναυμαχία των Συβότων μεταξύ Κορινθίων και Κερκυραίων, κατά την οποία και οι δύο αντιμαχόμενοι θεώρησαν ότι νίκησαν και έστησαν τρόπαιο. Κατά νεότερη έρευνα, τα Σύβοτα της αρχαιότητας ήταν τα νησάκια της Λυγιάς Ηγουμενίτσας, τα οποία καλύφθηκαν αργότερα από τις προσχώσεις του Θύαμη ποταμού.

Γύρω στο 350 π.χ. χτίστηκαν οι πρώτες οχυρωμένες ακροπόλεις και τα χωριά άρχισαν να συνενώνονται σε πόλεις. Για μερικές δεκαετίες η Ελέα υπήρξε η πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας και έδρα του Κοινού των Θεσπρωτών. Στη συνέχεια και μετά την κατάκτηση της Ν. Κεστρίνης από τους Θεσπρωτούς καθιερώθηκε ως πρωτεύουσα της Θεσπρωτίας η Τιτάνη ή Γιτάνη (σημ. Γκούμανη) στο όριο της περιοχής μελέτης, με πληθυσμό περίπου 6.000 κατοίκων. Η Τορώνη επίσης (Κερκυραϊκή Περαία) είχε πληθυσμό 6.000 κατοίκους.
Στη συνέχεια την πρωτοβουλία στην Ήπειρο ανέλαβε ο βασιλικός οίκος των Μολοσσών και οι φυλές της νότιας Ηπείρου ενώθηκαν σε συμμαχία που ονομαζόταν Ηπειρωτική Συμμαχία ή «συμμαχία των Απειρωτάν». Οι δυνατότητες της συμμαχίας υλοποιήθηκαν από τον Πύρρο που βασίλευσε από το 297 μέχρι το 272 π.χ. και εισέβαλε στην Ιταλία.

Όταν το 168 π.χ. οι Μακεδόνες νικήθηκαν από τους Ρωμαίους, ο Ρωμαίος στρατηγός Αιμίλιος Παύλος επιστρέφοντας από την Πύδνα, για λόγους αντεκδίκησης λεηλάτησε και κατέστρεψε 70 πόλεις της Ηπείρου και πήρε 150.000 αιχμαλώτους ως δούλους (167 π.χ.). Οι περισσότερες από τις πόλεις που καταστράφηκαν ήταν των Μολοσσών και ορισμένες των Θεσπρωτών (Ελέα, Τιτάνη) και η Ήπειρος έκανε πολλούς αιώνες να αναλάβει από την καταστροφή αυτή. Όταν ο Στράβων επισκέφθηκε την Ήπειρο (β’ μισό του 1ου π.χ. αιώνα) βρήκε τη χώρα «ως επί το πλείστον έρημον».

Η Pax Romana (Ρωμαϊκή ειρήνη) έγινε αισθητή στην Θεσπρωτία από τον 1ο μ.χ. αι. μέχρι την περίοδο της μεγάλης κρίσης στα μέσα του 3ου. Ένας αρκετά εκτεταμένος οικισμός των πρώτων μ.Χ. αιώνων, ο οποίος δημιουργήθηκε στα μέσα του κόλπου της Ηγουμενίτσας στην περιοχή του Λαδοχωρίου, φαίνεται ότι επέζησε και κατά την παλαιοχριστιανική περίοδο (έως τον 6ο αι.)

 

Ζάβαλι – Λαδοχώρι, Ηγουμενίτσα.
Ο χώρος όπου ανακαλύφτηκε η μαρμάρινη σαρκοφάγος με ανάγλυφες σκηνές από την Ιλιάδα του Ομήρου το 1975, η οποία κακώς δεν ήρθε στο αρχαιολογικό μουσείο της Ηγουμενίτσας, αφού έγινε και υπάρχει αρχαιολογικό μουσείο στην Θεσπρωτία, αλλά παραμένει στα Ιωάννινα.

Οι έρευνες υπό την επίβλεψη της αρχαιολόγου κ. Αταλάντης Μπέτσιου συνεχίστηκαν όπως στην φωτο 1.
Τοποθεσία Ζαβαλι. Λαδοχώρι Ηγουμενίτσας.
2ος μ.χ. αι. επί αυτοκράτορος Ανδριανού.
Αδριανός:
Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που λάτρευε την Ελλάδα Πόπλιος Αίλιος Αδριανός

(76-138):
Από τους σημαντικότερους Ρωμαίους αυτοκράτορες, γνωστός για τα φιλελληνικά του αισθήματα. Γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου 76 στην πόλη Ιταλική, κοντά στη σημερινή Σεβίλλη της Ισπανίας. Καταγόταν από την πόλη Αδρία της Ιταλίας (σημερινό Άτρι), εξ ου και το όνομά του Αδριανός. Ήταν γιος συγκλητικού κι εξάδελφος του αυτοκράτορα Τραϊανού. Το πλήρες όνομά του ήταν Πόπλιος Αίλιος Τραϊανός Αδριανός.

Η έπαυλη του Λαδοχωρίου με τις ανάγλυφες μαρμάρινες ρωμαϊκούς σαρκοφάγους, και τα ιδιαίτερα σημαντικά ευρήματα του 3ου μ.χ. αι. από το νεκροταφείο στο οικόπεδο του Μουσείου, ήρθαν τα αποδείξουν ότι ο κόλπος της Ηγουμενίτσας, ο «έρημος λιμήν» του Θουκυδίδη, έπαιξε έναν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ύστερη αρχαιότητα. Και γενικότερα η Θεσπρωτία αποτέλεσε το προγεφύρωμα της Ελλάδας προς την Ιταλία, και αντίστροφα. «Πρόκειται της Ελλάδος προς την Ιταλία» κατά τον Πολύβιο.

Κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους η Θεσπρωτία υπέφερε από τις βαρβαρικές επιδρομές των Γότθων, Βανδάλων, Αβάρων, Βουλγάρων και Σλάβων. Ορισμένοι από τους τελευταίους εγκαταστάθηκαν σε εδάφη της Θεσπρωτίας και αργότερα, είτε εκδιώχθηκαν, είτε αφομοιώθηκαν και εκχριστιανίσθηκαν. Μετά τη νίκη του Βασιλείου Β’ Βουλγαροκτόνου (956-1025 μ.χ.) επί των Βουλγάρων και την εκδίωξή τους, στην Ήπειρο εγκαταστάθηκαν άποικοι από άλλα μέρη της αυτοκρατορίας με σκοπό την ενίσχυση του ελληνικού στοιχείου.

Έτσι βρήκε πρόσφορο έδαφος στην Ήπειρο ο Μιχαήλ Άγγελος Κομνηνός και ίδρυσε το Δεσποτάτο της Ηπείρου μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους (1204). Τα παράλια της Θεσπρωτίας είχαν δοθεί στους Ενετούς και για ένα διάστημα ο Μιχαήλ Άγγελος αναγνώρισε την ψιλή κυριότητα τους σε αυτά. Σύντομα όμως τους εκδίωξε και κατέλαβε την Κέρκυρα. Την περίοδο του δεσποτάτου το Βυζάντιο άφησε την σφραγίδα του καθώς χτίστηκαν τεχνικά καλύτερες εκκλησίες και μοναστήρια.

Το 1294 ο Δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος (1271-1296) έδωσε τμήμα της Θεσπρωτίας (Βουθρωτό, Ηγουμενίτσα, Σύβοτα) ως προίκα στη θυγατέρα του Θαμάρ για το γάμο της με τον Πρίγκιπα Φίλιππο Ανδεγαυό του Τάραντα.

Μετά από εκατό περίπου χρόνια  οι Ενετοί κατέλαβαν τα παράλια της Θεσπρωτίας δημιουργώντας βάσεις στη Σαγιάδα, το Φανάρι και την Πάργα. Από τότε και για πολλούς αιώνες τα παράκτια φρούρια της Θεσπρωτίας παρέμειναν τα προκεχωρημένα φυλάκια των Ενετών στην Ηπειρωτική Ελλάδα και δυτική πύλη της χώρας. Πιθανότατα, εκείνη την περίοδο χτίστηκε και το κάστρο της Ηγουμενίτσας.

Ο Αραβαντινός γράφει: «Γουμενίτζα ήτοι Ηγουμενίτζα.-Λιμήν της Θεσπρωτίας και φρούριον αξιόλογον επί των πολέμων της Βενετίας και Τουρκίας (Δ΄. 46. 36) αναφέρεται δε προ του έτους 1350».

 

Η Θεσπρωτία αντιστάθηκε έναντι των Τούρκων, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ήπειρο και αυτό οφείλεται κυρίως στην ύπαρξη των ενετικών φρουρίων. Έτσι, οδηγήθηκε στον βίαιο εξισλαμισμό και λόγω της  λόγω της σημαντικής θέσης των Αλβανών στο σύστημα της Οθωμανικής κυριαρχίας.

Ο όρμος της Ηγουμενίτσας, όμορφο και φυσικό λιμάνι, χρησιμοποιήθηκε κατά την Τουρκοκρατία ως αγκυροβόλιο του Τουρκικού στόλου, πολύ πιθανόν μετά από εκβάθυνση της εισόδου.

Η εισβολή του Μεχμέτ Χατζή μπέη ήταν αιτία συνεχών συγκρούσεων μεταξύ Τούρκων και Ενετών, Κερκυραίων και Χιμαριωτών, στα παράλια της Θεσπρωτίας. Σε μία σύγκρουση ο Μοροζίνι με τα κανόνια του στόλου του, βομβάρδισε το κάστρο της Ηγουμενίτσας το 1685. Η φρουρά από 30 Τούρκους το έβαλε στα πόδια. Για να μη το ξαναχρησιμοποιήσουν οι Τούρκοι και να εφησυχάσουν οι Ενετοί, o Μοροζίνι αφαίρεσε τα 12 κανόνια και τα μετέφερε στην Κέρκυρα, ενώ ανατίναξε το Κάστρο. Έτσι παραμένει ως σήμερα ερειπωμένο.

Οι Ενετοί επέστρεψαν το 1718 και παρέμειναν ως την κατάλυση της «Γαληνοτάτης Βενετικής Δημοκρατίας» το 1797. Το 1798 ο Αλή πασάς νίκησε τους Γάλλους και κατέλαβε το Βουθρωτό, την Ηγουμενίτσα, την Πρέβεζα και τη Βόνιτσα. Αργότερα αγόρασε και την Πάργα από τους Άγγλους.

Η Ηγουμενίτσα πρωτοεμφανίζεται σαν οργανωμένη κοινωνία στις αρχές του 20ου αι. Επίσης τότε έγινε προσπάθεια του Χαμίτ Μπέη του Γκρικοχωρίου να δημιουργήσει μια πόλη λιμάνι με το όνομα Ρεσαντγιέ προς τιμή του φίλου του Σουλτάνου Ρεσσάτ Πασσά, τον προλαβαίνει όμως η απελευθέρωση της περιοχής από τον Ελληνικό στρατό το 1913.

Ως τότε υπήρχε σαν ένα μικρό επίνειο της Γράβας στην οποία άραζαν βάρκες και μικρά καΐκια. Λειτουργούσε υποτυπωδώς ένα τελωνείο ακριβώς κάτω από το Διοικητήριο και υπήρχε και ένα μικρό καφενεδάκι, για να εξυπηρετεί τους διερχόμενους για και προς Μαργαρίτι καθώς και των γύρω χωριών.

Για την ετυμολόγηση του ονόματός της ο Αραβαντινός αναφέρει:

«Γουμενίτζα ή Ηγουμενίτζα λιμήν της Θεσπρωτίας και φρούριον αξιόλογον εκ των πολέμων της Τουρκίας και Βενετίας αναφέρεται δε υπάρχουσα προ του έτους 1350».

Ο Φώτιος Οικονόμου στο βιβλίου του «Η Θεσπρωτία» σημειώνει: «Έλαβε την ονομασίαν πιθανώς ή από τον Ηγούμενον παλαιάς μονής κειμένης εις το Ν μέρος της πόλεως ή από την μετοίκησιν εις αυτήν νομάδων κατοίκων του οικισμού Γκούμανη.»

Η Ηγουμενίτσα πριν την απελευθέρωση Απογραφή από το Τούρκικο κράτος ως «Γράβα»  (Βουνοσπηλιά) είχε:

Χανέδες (Σπίτια) 53.

Πληθυσμό αρρένων: 119, θηλέων:118.

Ανήκε στον Κασαμπά Μαργαριτίου.

Στις αρχές του 20ου αι. με την προσπάθεια του Χαμίτ Μπέη του Γκρικοχωρίου να δημιουργήσει μια πόλη λιμάνι με το όνομα Ρεσαντγιέ, (όνομα της «Βεζυροπούλας»-κόρης του Σουλτάνου) προς τιμή του φίλου του Σουλτάνου Ρεσσάτ Πασσά, τον προλαβαίνει όμως η απελευθέρωση της περιοχής από τον Ελληνικό στρατό το 1913.

Ως την απελευθέρωση της Θεσπρωτίας (1913), ήταν ένα μικρό ακόμη χωριό που στην απογραφή η οποία έγινε εκείνη τη χρονιά, αριθμούσε 292 κατοίκους και έφερε το όνομα Γράβα. Παρέμεινε ως πολλά χρόνια αργότερα το όνομα του μικρού χωριού που υπήρχε. «Γράβα», η οποία ενσωματώθηκε στην Γουμενίτσα (Λατ. Gomenizze) και μετέπειτα Ηγουμενίτσα.

Υπήχθη στην Υποδιοίκηση «Φιλιατών και Γουμενίτσης» του νομού Ιωαννίνων. Μεγαλύτερα χωριά ήταν το Γκρικοχώρι (παλιό Γραικοχώρι) με 1.163 κατοίκους, η Σούβλαση (Αγ. Βλάσης) με 1.012 κατοίκους, το Καστρί με 978 κατοίκους. Το κύριο λιμάνι της Θεσπρωτίας το οποίο εξυπηρετούσε και τα Γιάννενα ήταν η Σαγιάδα (844 κατοίκους). Ο πληθυσμός της περιοχής του σημερινού Δήμου Ηγουμενίτσας ανερχόταν σε 4.925 κατοίκους. Στην απογραφή του 1920 ανερχόταν σε 4.730 κατοίκους και η μείωση οφειλόταν στη φυγή ενός αριθμού Αλβανοτσάμηδων.

Η Ηγουμενίτσα εμφανίζεται ως ξεχωριστή Κοινότητα με 649 κατοίκους και οικισμούς, την Ηγουμενίτσα (278 κατοίκους), την Γράβα (347 κατοίκους) και το Λιμάνι (24 κατοίκους). Στην απογραφή του 1928 η Κοινότητα Ηγουμενίτσας είχε 564 κατοίκους. Η περιοχή υπαγόταν στην Επαρχία Θυάμιδος με έδρα τις Φιλιάτες. Εκείνη την περίοδο ιδρύθηκε και η Κοινότητα Νέας Σελεύκειας (783 κατοίκους) από πρόσφυγες που ήλθαν κυρίως από Σελεύκεια και Ανεμοδούριο της Μικράς Ασίας.

Το 1936 χωρίσθηκε ο Νομός Θεσπρωτίας από το Νομό Ιωαννίνων και ορίσθηκε έδρα του η Ηγουμενίτσα η οποία προήχθη σε Δήμο, με 1.353 κατοίκους κατά την απογραφή του 1940. Στην διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η περιοχή υπέφερε από τα στρατεύματα κατοχής τα οποία κατέστρεψαν εντελώς την Ηγουμενίτσα και συνεργάζονταν με ντόπιους Αλβανοτσάμηδες.

Βασικό ρόλο έπαιξε η νικηφόρα έκβαση της μάχης της Μενίνας 17 Αυγούστου 1944. Εκεί ηττήθηκαν οι Γερμανοί και οι σύμμαχοί τους μουσουλμανοτσάμηδες  από τους αντάρτες του ΕΔΕΣ. Η εκδίωξη τους μετά την απελευθέρωση έφερε ανακατατάξεις και νέους πληθυσμούς από τα ορεινά της Θεσπρωτίας και άλλα μέρη της Ελλάδας, οι οποίοι πύκνωσαν τον πληθυσμό της Ηγουμενίτσας.

Ο πληθυσμός της το 1951 ανερχόταν σε 2.386 κατοίκους και του σημερινού Δήμου Ηγουμενίτσας σε 6.919 κατοίκους. Εκείνη την περίοδο κτίσθηκαν και οι λεγόμενες «πολυκατοικίες των δημοσίων υπαλλήλων», διώροφα και τριώροφα οικήματα, μερικά από τα οποία σώζονται ακόμα κάποια στην οδό Π. Τσαλδάρη, στην οδό Πάργης και δίπλα στο λιμάνι των ακτοπλοϊκών για Κέρκυρα.

Στο επόμενο διάστημα η ανάπτυξη της Ηγουμενίτσας και του λιμανιού της ήταν συνεχής, ιδίως από τις αρχές της δεκαετίας του 60, οπότε εκβαθύνθηκε το λιμάνι και δημιουργήθηκε η πορθμειακή γραμμή Ηγουμενίτσας-Κέρκυρας και η ακτοπλοϊκή γραμμή (Ferry-Boat) Ιταλίας -Ηγουμενίτσας – Πάτρας. Ο πληθυσμός της διπλασιάστηκε μεταξύ 1951 και 1971.

 

 

Έκτοτε η πόλη άλλαξε δραματικά όψη. Καταστράφηκε ανεπιστρεπτί ένα μεγάλο μέρος του φυσικού κάλλους. Μπαζώθηκαν όμορφες παραλίες μέσα στην πόλη, με σημαντικότερη στα Πλατάνια.

Η πανέμορφη παραλία του Δρεπάνου συνεχώς υποχωρεί χωρίς καμία μέριμνα από κανέναν φορέα και στο μέλλον θα φανεί κατά πόσο άξιζε η θυσία του περιβάλλοντος, της ποιότητας ζωής και της φυσικής ομορφιάς για το υποτιθέμενο οικονομικό όφελος!

 

 

Παρ’ όλα αυτά, προτάσσοντας εναντίον κοντόφθαλμων συμφερόντων, το σεβασμό της ποιότητας της ζωής, τον σεβασμό του περιβάλλοντος και της αισθητικής,
αισιοδοξούμε ότι υπάρχουν δυνατότητες να γίνει ανθρώπινη η πόλη, αρκεί να υπάρχει όραμα, φαντασία και αγάπη.


[Θουκιδ., 1,30,3 και 46, 3-4. Παυσ., Αττικά, Α17,5-15,6. Στεφ. Βυζαντίου, Θεσπρωτία, Αμύνται και Χαύνοι].

  1. N. Hammond, μετάφρ. Α. Γιάγκα, Αθήναι 1971, τ.1, σελ. 31 σ. 26

 [Απολλόδωρος, Γ,8,1. Διοδ. 9,28,29. Μελετίου γεωγραφία τ. Β΄, Βενετία 1807, σελ.276].

[«Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969]

[Τορύνη, Πλούτ Αντ 62… Τορώνη, Πτολ 3.14.5]

[Η Θεσπρωτία, Φ.Γ. Οικονόμου]

[Αραβαντινός ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ]

[Μιχάλης Κοκολάκης Η ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΣΤΟ ΣΑΛΝΑΜΕ ΤΟΥ 1895].

Φωτο: Τάσου Ρούμπη,  Σωτήρης Λ. Δημητρίου και άλλες παλιές αγνώστων.

Γκραβούρες: Gomenizze Coronelli Vincenzo – 1688.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *