Η προσφορά του κλήρου την περίοδο της Τουρκοκρατίας

Share Button

klirosΤης Βασιλικής Β. Παππά

Η Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τα τετρακόσια χρόνια της Τουρκοκρατίας επιτέλεσε εθνοσωτήριο έργο. Βρισκόταν στο κέντρο της ζωής των υπόδουλων Ελλήνων. Στην Ελληνική Εκκλησία οφείλεται αναμφισβήτητα η διατήρηση της Ελληνικής γλώσσας, της Ορθόδοξης πίστης και η παίδευση του λαού μέχρι τη απελευθέρωση. Αρκεί να θυμηθούμε το «Κρυφό Σχολειό». Την έλλειψη οργανωμένης σχολικής παιδείας, αναπλήρωνε η ανεπίσημη και ταπεινή φροντίδα της Εκκλησίας στους νάρθηκες των ναών και στις Μονές. Ο Μακρυγιάννης λέει ότι τα Ελληνικά Μοναστήρια αναδείχτηκαν και σε «κάστρα της Ελευθερίας». Η Εκκλησία της Ελλάδος συμμετείχε επίσης ενεργά στην Ελληνική Επανάσταση, του 1821 για την απελευθέρωση της χώρας από τον οθωμανικό ζυγό. Αρχιερείς, απλοί ιερείς, διάκονοι και μοναχοί πέραν των άλλων προσφορών υλικών και πνευματικών ηγούντο μερικές φορές και πολεμικών επιχειρήσεων.

Για να επιτευχθεί η Ελευθερία χρειάστηκε να χυθεί πολύ αίμα Ελλήνων χριστιανών. Ο Ακαδημαϊκός Διον. Κόκκινος ειδικά για τους κληρικούς ομολογεί: «Ο κλήρος υπήρξε ο οδηγός της φυλής και το στήριγμά της. Οι αυτοθυσιασθέντες χάριν του εθνικού καθήκοντος κληρικοί καθ’ όλην την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αποτελούν ηρωική λεγεώνα. Άλλωστε δύο ήταν οι επιδιώξεις της εκκλησιαστικής και πνευματικής ηγεσίας των υπόδουλων Ελλήνων: η απελευθέρωση του ελληνικού έθνους και η αποκατάστασή του στην προηγούμενη πολιτιστική θέση του για την επιτυχία των οποίων η Εκκλησία συνέβαλε ουσιαστικά με όλες τις δυνάμεις της. Η συμμετοχή της Εκκλησίας στην εθνεγερσία του 1821 δεν έγινε μόνο τότε, αλλά άρχισε αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και συνεχίστηκε μέχρι την απελευθέρωση του Γένους και μετά. Σε όλες τις φάσεις του αγώνα αντιμετώπισε αναρίθμητα μαρτύρια, αγχόνες και άγριες σφαγές.

Οι θάνατοι και οι απαγχονισμοί απλών κληρικών και το άφθονο αίμα που χύθηκε επισκόπων, Αρχιερέων και Πατριαρχών είχε ως αποτέλεσμα να ανέλθει το γόητρο της Εκκλησίας στη συνείδηση του αγωνιζόμενου ελληνικού λαού. Κατά τον 17ο αιώνα μαρτύρησαν με φρικτό τρόπο επτά Πατριάρχες: Κύριλλος Λούκαρις με στραγγαλισμό, Κύριλλος Κονταρής, με απαγχονισμό, Παρθένιος Γ΄ με απαγχονισμό, Γαβριήλ Β΄ με απαγχονισμό και Ραφαήλ Β΄ με άγριο θάνατο. Θύματα της εκδικητικής μανίας του τυράννου έπεσαν κληρικοί του απανταχού ελληνισμού, στη μαρτυρική Κύπρο, στην ηρωική Κρήτη, τον Πόντο, την Πελοπόννησο, τη Στερεά Ελλάδα, τη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Μακεδονία, τη Θράκη και λοιπή νησιωτική Ελλάδα.

Κορωνίδα και προμετωπίδα των Αρχιερέων, που έπεσαν θύματα της θηριωδίας και του θρησκευτικού φανατισμού των κατακτητών είναι ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄. Δεν ήταν ο πρώτος που άνοιξε το μαρτυρολόγιο της Επαναστάσεως του 1821 αλλά ο Γρηγόριος ο Ε΄ πρωτοστάτησε ένα τέταρτο του αιώνα στην εκκλησιαστική και πνευματική ζωή του Έθνους. Ήταν μια πολύμορφη προσωπικότητα με αξιολογώτατο έργο. Ο Γρηγόριος Ε΄ ανήγειρε εκ βάθρων το ετοιμόρροπο Πατριαρχείο, απέσπασε από τις Τουρκικές αρχές άδεια λειτουργίας ελληνικού τυπογραφείου για εκτύπωση βιβλίων που διατηρούσαν ακοίμητη την εθνική συνείδηση του Γένους. Φρόντισε για την ανέγερση και ανακαίνιση κατά τόπους Εκκλησιών και εργάστηκε υπέρ των εθνικών συμφερόντων. Προέτρεπε με εγκυκλίους την ίδρυση και λειτουργία σχολείων σε όλη την Ελλάδα και βοήθησε τις ήδη προϋπάρχουσες γνωστές Σχολές.

Μερικοί συγγραφείς εστιάζουν την προσοχή τους σε δύο αμφιλεγόμενα σημεία της ζωής του Οικουμενικού Πατριάρχου. Το ένα είναι η σχέση του με τη «Φιλική Εταιρεία» και τον αφορισμό των πρωτεργατών της Επαναστάσεως στις παραδουνάβιες περιοχές. Όλοι όμως οι ιστορικοί της νεώτερης Ελλάδας, (Τρικούπης, Παπαρρηγόπουλος, Καρολίδης, Βακαλόπουλος, Δασκαλόπουλος, Χρυσ. Παπαδόπουλος, Γορδίων κ.λ.π.), μερικοί σύγχρονοι των γεγονότων και ορισμένοι αυτόπτες μάρτυρες εξαίρουν το ρόλο του Πατριάρχη στα δύσκολα εκείνα χρόνια και ερμηνεύουν τις ενέργειές του σύμφωνα με το πολιτικό και θρησκευτικό κλίμα της εποχής.

Σε ηλικία 70 ετών, την 10ην Απριλίου ο ιερομάρτυς Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ απαγχονίστηκε γιατί θεωρήθηκε συμμέτοχος της εξεγέρσεως των Ελλήνων και ένοχος προδοσίας. Πάνω στην αγχόνη το λείψανό του παρέμεινε για τρεις ημέρες με προσαρτημένο στο στήθος του διάταγμα της εις θάνατον καταδίκης του.

Εκτός από τον Γρηγόριο τον Ε΄ πολλοί απλοί κληρικοί και μοναχοί έλαβαν μέρος στους αγώνες των επαναστατικών χρόνων όπως: ο Γρηγόριος Επίσκοπος Μεθώνης, ο Ησαϊας των Σαλώνων, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Παπαφλέσσας, ο Νεόφυτος Καρύστου, και πολλοί άλλοι. Ο Μητροπολίτης Μολδαβίας Παλαιών κήρυξε την Επανάσταση στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας. Ο ίδιος ύψωσε και το Σταυρό της λευτεριάς στην Πλατεία του Αγίου Γεωργίου στην Πάτρα. Το έγγραφο που επιδόθηκε στους προξένους στην Πάτρα από την επιτροπή του αγώνα στις 25 Μαρτίου 1821 δεν συντάχθηκε από πρόκριτο ή οπλαρχηγό αλλά από τον Π. Πατρών Γερμανό.

Γνωστός για το αναμορφωτικό και εθνοσωτήριο έργο το οποίο επιτέλεσε σε μεγάλες μάζες του ελληνικού λαού είναι ο ιερομάρτυρας και εθναπόστολος Κοσμάς ο Αιτωλός. Με τους λόγους του προσπάθησε να τονώσει το θρησκευτικό και το εθνικό φρόνημα των υπόδουλων χριστιανών και να τους αποτρέψει από τον εξισλαμισμό.

Ο Κοσμάς βλέποντας το κατάντημα του Ελληνισμού, την αμάθεια και τη δυστυχία υπέφερε. Γι’ αυτό το λόγο εργάστηκε υπεράνθρωπα ιδρύοντας γύρω στα 230 σχολεία. Οι Εβραίοι όμως τον διέβαλαν στον Κουρτ Πασά και εκείνος αποφάσισε το θάνατο του Αγίου Κοσμά σε ερημική τοποθεσία το 1779.

Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι Έλληνες βρίσκουν παρηγοριά στην Εκκλησία. «Εκεί ήταν θησαυρισμένα τα δόγματα της πίστεώς μας, η υμνωδία, η αγιογραφία, η γλώσσα μας, τα χειρόγραφα, τα άμφια, η ξυλογλυπτική, η χρυσοχοϊα, όλα όσα είναι παρηγοριά και πνευματική αγαλλίαση διά τον άνθρωπο στον παρόντα κόσμο και ελπίδα για την μέλλουσα μακαριότητα». Όλα αυτά που υπενθυμίζουν την εθνική συνείδηση, στηρίζουν στις δοκιμασίες, τονώνουν την ελπίδα. Τα μοναστήρια έγιναν καταφύγια πολλών κινδυνευόντων και τόποι γαλήνης όπου ήταν δυνατή η μελέτη.

Ένα από τα μεγαλύτερα κεφάλαια της προσφοράς της Εκκλησίας στο έθνος είναι το κεφάλαιο της Παιδείας. Η Εκκλησία ίδρυσε σχολεία και δίδαξε τα ελληνικά γράμμτα σε όλες τις γωνίες της Ελλάδας και όπου αλλού υπήρχαν Έλληνες. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεννάδιος Σχολάριος ίδρυσε την Πατριαρχική Σχολή και κάλεσε μορφωμένους να διδάξουν εκεί. Αργότερα γίνεται γνωστή ως η Μεγάλη του Γένους Σχολή. Υπό την επίδραση της Πατριαρχικής Σχολής ιδρύθηκαν οι Σχολές της Αδριανουπόλεως, της Θεσσαλονίκης, της Λαρίσης και του Τυρνάβου. Στην Πάτμο ιδρύεται το 1730 η Πατμιάς Σχολή που υφίσταται μέχρι σήμερα. Το 1753 ο Πατριάρχης Κύριλλος ΣΤ΄, ιδρύει στον Άθωνα την περίφημη Αθωνιάδα Σχολή που επίσης υφίσταται μέχρι σήμερα. Εκεί δίδαξαν ο Ευγένιος Βούλγαρις, ο Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ο Παναγιώτης Παλαμάς. Στη Σμύρνη ο μεγαλέμπορος Σαρή Παντελής ιδρύει την Ευαγγελική Σχολή. Στα Ιωάννινα έχουμε πλήθος σχολών. Περίφημη είναι η Σχολή της Μονής Φιλανθρωπινών, Βελλάς κ.ά. Γνωστή είναι επίσης η Σχολή της Δημητσάνας στη Μονή του Φιλοσόφου. Μεγάλη ήταν και η προσφορά των ιερών Μονών όπου στις περισσότερες από αυτές λειτούργησαν και Σχολές. Είναι γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι διδάσκαλοι του Γένους στος Μονές έσπευδαν να μεταδώσουν την παιδεία, να στηρίξουν την Πίστη, να στερεώσουν το φρόνημα και να προπαρασκευάσουν το σκλαβωμένο Έθνος, για να σπάσει τα δεσμά και να αποκτήσει την ελευθερία του. Οι Μονές υπήρξαν πανενθικά κέντρα και το «Κρυφό Σχολειό» τους η σωστική άγκυρα του Γένους.

Στις ημέρες μας πολλοί είναι εκείνοι που προσπάθησαν να το παρουσιάσουν ως μύθο. Στην πραγματικότητα όμως το Κρυφό Σχολειό υπήρξε από τους κύριους παράγοντες δια των οποίων η Εκκλησία εργάστηκε και διατήρησε τη φλόγα της μάθησης αναμμένη κατά την Τουρκοκρατία. Χάρη σ’ αυτό τα Ελληνόπουλα μάθαιναν ελληνική ιστορία, την ελληνική γλώσσα και την ορθόδοξη Πίστη. Κατ’ αυτόν τον τρόπο καλλιεργήθηκε η εθνική συνείδηση και διατηρήθηκε διά μέσου των αιώνων. Είναι γεγονός ότι τα πρώτα αναγνωστικά βιβλία των υπόδουλων Ελλήνων ήταν τα βιβλία της Εκκλησίας, ο Απόστολος, η Οκτώηχος, το Ψαλτήρι, το Ωρολόγιο.

Οι περισσότεροι από τους Διδασκάλους του Γένους ήταν κληρικοί όπως ο Ευγένιος ο Αιτωλός, ο Αναστάσιος Γόρδιος, ο Ηλίας Μηνιάτης, ο Ευγένιος Βούλγαρις και ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο Αθανάσιος Πάριος, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Νεόφυτος Βάμβας κ.ά. πολλοί.

Ο ξεσηκωμός του έθνους το 1821 δεν ήταν έργο μιας στιγμής, ένα παροδικό ξέσπασμα. Ήταν ο καρπός μιας πολύχρονης προσπάθειας και μιας κατάλληλης προετοιμασίας. Ήταν το επιστέγασμα ενός αφανούς και κυριολεκτικά «κάτω από τη μύτη του δυνάστη» έργου, πίσω από το οποίο βρισκόταν η Εκκλησία. Φυσικός αρχηγός του Γένους ήταν ο εκάστοτε Πατριάρχης και η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ήταν η «Μητέρα Εκκλησία». Όπως θα πει αργότερα ο Κολοκοτρώνης «Ο Θεός υπόγραψε την Ελευθερία της Ελλάδος και δε μπορεί να πάρει την υπογραφή του πίσω». Δίχως Πατριαρχείο, δίχως Φανάρι, δίχως σχολειά αλλά και δίχως προεστούς, ο Ελληνισμός μέσα στους αιώνες θα είχε τουρκέψει.

Για μας τους σημερινούς Έλληνες που με δέος αναπολούμε αναπολούμε τα μεγάλα γεγονότα που αποτελούν την εθνική μας κιβωτό προκύπτει επιτακτικό ένα χρέος: να μένουμε πιστοί στο πνεύμα και στα ιδανικά και στις αρχές της Εκκλησίας και εκείνων που αγωνίστηκαν και μας παρέδωσαν ελεύθερη πατρίδα. Όσο πιο κοντά στο πνεύμα αυτό βρισκόμαστε τόσο θα θωρακίζουμε την Ελλάδα μας από νέους κινδύνους.

Βασιλικής Β. Παππά
MSc, MA Θεολόγος – Δημοσιογράφος

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ, Α., Εκκλησιαστική Ιστορία – Ιστορία των δομών διοικήσεως και ζωής της Εκκλησίας της Ελλάδος, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1984.
ΔΙΑΝΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Λ., Αρχιμ., Τι προσέφερεν ο Χριστιανισμός, εκδ. Αδελφότης Θεολόγων ο «Σωτήρ», Αθήναι 1983.
ΚΡΙΚΩΝΗ, Χ., Κληρικοί Νεομάρτυρες – Εθνομάρτυρες, στα Πρακτικά Θεολογικού συνεδρίου, εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων (17 – 19 Νοεμβρίου 1986), προνοία και προεδρία του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κ.κ. Παντελεήμονος του Β΄, Θεσσαλονίκη 1988.
ΚΡΙΚΩΝΗ, Χ., Η Ορθόδοξη Εκκλησία πρωταγωνιστής της Εθνεγερσίας του 1821 – Κληρικοί Νεομάρτυρες – Εθνομάρτυρες, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1991.
ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ι., Ιστορικές Γραμμές, τόμος Α΄, Λάρισα 1979.
ΤΥΜΠΑ, Π., Ο Εθνομάρτυρ και Ιερομάρτυς Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ και το 1821, στο περ. Άγιος Βησσαρίων, έτος ΙΖ΄, τεύχ. Γ΄, Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1998.

 

Πηγή: Ημερολόγιο Αποδημίας 

http://anastasiosds.blogspot.co.uk/2015/03/blog-post_24.html

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *