Γράφει ο Χρήστος Στεφ.Ευαγγέλου
Την Πρωτοχρονιά το πρωί πήγαιναν όλοι στην εκκλησία του Αγίου Βασιλείου, η οποία σήμερα δεν υπάρχει. Δίπλα της έχει κτιστεί νέα. «Κανονική ώρα ήταν η δεύτερη καμπάνα» και όλοι έπρεπε να είμαστε στην εκκλησία. Εμείς τα παιδιά του σχολείου σε γραμμές . Χωριστά τα αγόρια από τα κορίτσια. Στη γραμμή μέναμε μέχρι το τέλος της εκκλησίας. Αν ο δάσκαλος δεν είχε φύγει για τις διακοπές τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Παρακολουθούσαν όλοι με ευλάβεια και κατάνυξη. Όλα τα παιδιά , οι ηλικιωμένοι και πολλοί μεγάλοι κοινωνούσαν .Μετά τη λειτουργία έβγαιναν όλοι στην αυλή της εκκλησίας και αντάλλασαν ευχές για τη νέα χρονιά.
Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο κερνούσε από ένα λουκούμι και ένα κομμάτι « ύψωμα» [ ψώμα] , γιατί « γιόρταζε η εκκλησία» . Το « ύψωμα» [Άρτο] το έφτιαχναν οι γυναίκες του χωριού με τη σειρά. Απλά ήταν σταρένιο ψωμί ενώ τρώγαμε μπομπότα. Ήταν λοιπόν ανάρπαστο. Στα δικά μου χρόνια το έφερναν από την Ηγουμενίτσα και ήταν από άσπρο αλεύρι. Μας φαινόταν πως ήταν ….παντεσπάνι. Τα λουκούμια ήταν από τον μπακάλη του τον Χαρίλο [Χαρίλαος Θωμά Λουκάς] σε μικρά ξύλινα κιβώτια. Μικρά , μια μπουκίτσα με ροζ απόχρωση, όχι αμυγδάλου ,γιατί αυτά ήταν ακριβά και τα έσοδα της εκκλησίας ήταν πενιχρά. Και ενώ όλοι τρώγαμε λαίμαργα ψωμί με λουκούμι ή…λουκούμι με ψωμί και … συνεχιζόταν οι ανταλλαγές των ευχών ακουγόταν η χαρακτηριστική, πεντακάθαρη φωνή του ψάλτη και νεωκόρου Πήλιου Γιάννου [ Σπύρος Ιωάννου Αναστασίου].
Έβγαζε λοταρία κουτιά λουκουμιών, αλλά και κοκόρια. Σε ορθογώνια χαρτάκια τρία επί επτά ή οκτώ εκατοστά από κούτες τσιγάρων Ματσάγγου , που τότε τα πουλούσαν χύμα, έγραφε σε κάθε πλευρά από τρεις αριθμούς .Αντί μίας δραχμής πουλούσε το χαρτάκι δηλαδή «έπαιζαν έξι αριθμοί, έξι νούμερα ». Γυρνούσε ανάμεσά μας και φώναζε : « Πάρτε νούμερα για να κερδίσετε τα λουκούμια και τον κόκορα. Πάρτε, πάρτε , γιατί τελειώνουν. Όποιος προλάβει. Έξι νούμερα μία δραχμή ένας κόκορας ή ένα κουτί …μεγάλα λουκούμια». Ήταν κοντός και για να τον ακούνε και να τον βλέπουν φώναζε δυνατά. Όταν τελείωναν οι λαχνοί ή δεν τους αγόραζαν άλλο και του περίσσευαν ανέβαινε στο πεζούλι αριστερά ή δεξιά της πόρτας της εκκλησίας για την πρώτη κλήρωση. Πάλι φώναζε δυνατά και ζητούσε ησυχία « Κάνω κλήρωση , κάνω κλήρωση»..
Έκανε την …πρώτη κλήρωση . Σήκωνε ψηλά το σακουλάκι με τους κλήρους για να το δουν όλοι. Καλούσε ένα παιδί να τραβήξει ένα κλήρο , αφού ανακάτευε με το χέρι του τα νούμερα. Αν του είχαν μείνει απούλητοι αριθμοί δεν τους αφαιρούσε, οπότε υπήρχε περίπτωση να κερδίσει ο ίδιος το κουτί με το λουκούμι ή τον κόκορα. Κανείς δεν αντιδρούσε για την παρατυπία του αυτή… Κανείς. Μετά κατέβαινε και διαλαλούσε πάλι την πραμάτεια του ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες και επέμενε κυρίως στα παιδιά και προσπαθούσε να μας πείσει να πάρουμε ξανά « νούμερα» για τη …δεύτερη κλήρωση …γιατί και δεν ξέρεις ποιος μπορεί να ήταν ο τυχερός.. γιατί μπορεί να είσαι εσύ ! Αλλά που να βρεθούν τα μετρητά.
Μόνο τα παιδιά που είχαν κερδίσει από το βραδινό « κουμάρι» [ παιγνίδι] στο «τριάντα ένα» , είχαν τη δυνατότητα να …ξοδέψουν για τη λοταρία του Πήλιου Γιάννου. Αφού πούλαγε όλα τα χαρτάκια φώναζε ξανά άλλο παιδί να ανέβει στο πεζούλι να τραβήξει κλήρο ,ώστε να είναι πάντα ….διαφανής η κλήρωση. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν τόσες φορές όσα και τα κουτιά λουκουμιών είχε για κλήρωση και …ο ένας και μοναδικός κόκορας. Συμμετείχα στη λοταρία του Πήλιου ,αλλά ποτέ δεν κέρδισα. Δεν αμφισβητούσε κανείς ,τουλάχιστον φανερά, αλλά μερικοί αναρωτιόταν αν και στο σακουλάκι είχε όλα τα νούμερα που ήταν στα χαρτιά…Απλά ο Πήλιος έβγαζε το ψωμί του και αυτό το εκτιμούσαν όλοι.
Εκτός από κουτιά λουκουμιών είχε βγάλει λοταρία και κοκόρια. Τα αγόραζε και με τη λοταρία κέρδιζε …τα διπλάσια. Ακολουθούσε πάλι την ίδια διαδικασία αλλά οι λαχνοί ήταν πιο ακριβοί…Αγαπούσαμε τον Πήλιο και όταν μάθαμε ότι ο Αστυνόμος τον συνέλαβε και μάλιστα τον οδήγησε στη…φυλακή στεναχωρηθήκαμε. Του έγιναν συστάσεις και του απαγόρευσαν τη λοταρία. Ήταν μία εύθυμη νότα την οποία μας τη στέρησαν.
Προσωπικά το θυμάμαι με συγκίνηση και μάλιστα πρόσφατα τον συνάντησα και του ζήτησα να μου διηγηθεί πάλι… Και μου τα είπε γεμάτος συγκίνηση και νοσταλγία. Δεν μπόρεσε να κρατήσει τα δάκρυά του. Σπύρο σε ευχαριστούμε που μας άφησες τόσες πολλές και όμορφες αναμνήσεις.
Προσωπικά θυμάμαι πως συνήθως ήμουν … «χαμένος» στα χαρτιά και έτσι δεν είχα τη δυνατότητα να αγοράσω νούμερα και να κερδίσω. Και μία δύο φορές που μπόρεσα να δώσει ο πατέρας τη δραχμή δεν κέρδισα ούτε κουτί λουκούμι , ούτε κόκορα. Τον είχε δεμένο από τα δύο πόδια ο Πήλιος. Τον είχε ακουμπήσει στη ρίζα της ελιάς με το σήμαντρο που ήταν μπροστά στη νοτιοδυτική γωνία της εκκλησίας . Θαύμαζα τον Πήλιο για το θάρρος του, το θράσος, τον αγώνα που έκανε για να κερδίσει το καρβέλι του , στην κυριολεξία. Ήταν ένας δυνατός βιοπαλεστής που έκανε όλες τις δουλειές και ήταν ένας σωστός πολυτεχνίτης.
Μετά τη ανταλλαγή των ευχών και τη διαδικασία της λοταρίας σιγά-σιγά γυναίκες και παιδιά πήγαιναν στα σπίτια τους. Έπαιρναν όλοι τον ανήφορο και χώριζαν σε κάθε μονοπάτι που οδηγούσε στο σπίτι του καθενός.
Σημείωση : Από την παλιά εκκλησία του Αγίου Βασιλείου δεν υπάρχει τίποτε που να θυμίζει την « παρουσία » της. Ούτε του Νεροταφείου με μτ ο μεγάλο Πουρνάρι. Ούτε η ελιά με το σήματρο, στην κουφάλα της οποίας παίζαμε κρυφτό ! Μα ούτε η θέση της Αγίας Τράπεζας . Στήθηκε μία μικρή κολώνα από σκυρόδεμα , αλλά εμπόδιζε …το παρκάρισμα των αυτοκινήτων στην αυλή που δημιουργήθηκε . Κανείς από τους νεότερους της Πλαταριάς δεν γνωρίζει την ύπαρξη της εκκλησίας. Και σε εμένα απόμειναν οι αναμνήσεις τις οποίες, λες και έχω κατάρα, τις …θυμάμαι έντονα .
Χρήστος Στεφ. Ευαγγέλου
Άλιμος 20 Δεκεμβρίου 2017





