*Γράφει η Θάλεια Θεοδωρίδη
Η ειλικρίνεια της ύβρεως
Πριν μερικά χρόνια κυκλοφορούσε μια διαφήμιση μιας εταιρείας ηλεκτρικών «ο τζάμπας ζει και ψωνίζει εδώ» έλεγε. Μου φαινόταν αρκετά γκροτέσκ ο χαρακτηρισμός για τον καταναλωτή που απλώς αναζητά πιο προσιτές τιμές. Σαν να έπρεπε να απολογηθεί κανείς, επειδή δεν αντέχει το κόστος της καθημερινότητας. Πριν λίγες μέρες, μια ολόκληρη βουλευτής δηλώνει δημόσια ότι «το τζάμπα πέθανε», απαντώντας σε ερώτηση δημοσιογράφου για τους χαμηλούς μισθούς των εκπαιδευτικών και τη δυσκολία τους να αντεπεξέλθουν στα έξοδα διαβίωσης. Κι αυτή η δήλωση έγινε σε μια κοινωνία, όπου μεγάλα τμήματα του πληθυσμού παλεύουν με ακρίβεια, στεγαστικό και διαρκή ανασφάλεια.
Δημοσιεύτηκαν χιλιάδες αναρτήσεις διαμαρτυρίας στα σόσιαλ μίντια, εκπαιδευτικών και μη. Η δήλωση κουβαλά παράλληλα κι έναν βαθύ κυνισμό: η αξιοπρεπής διαβίωση παρουσιάζεται ως παράλογη απαίτηση ή ως «τζάμπα». Την ίδια στιγμή, όπου ο κοινωνικός αυτοματισμός αναβιώνει δριμύτερος, τέτοιες δηλώσεις συχνά, περνούν ως ρεαλισμός ή ειλικρίνεια. Θα μπορούσαμε να συζητάμε αιώνια για τους μισθούς των εκπαιδευτικών, για τις προτεραιότητες του κρατικού προϋπολογισμού ή για τις αποδοχές των ίδιων των βουλευτών. Όμως εδώ το ζήτημα δεν είναι πρωτίστως αριθμητικό. Είναι ζήτημα στάσης.
Συγγνώμη, καταλάβατε λάθος
Το πώς επιλέγουν να εκφράζονται κάποια πολιτικά πρόσωπα δείχνει και το πώς αντιλαμβάνονται την κοινωνία που εκπροσωπούν. Όταν ο λόγος τους δεν φιλτράρεται από στοιχειώδη ενσυναίσθηση, όταν δεν υπάρχει καν ο ενδοιασμός μήπως προσβάλλουν ή αδικήσουν, τότε κάτι βαθύτερο συμβαίνει. Δηλώσεις πολιτικών «ζω μόνο με τη βουλευτική μου αποζημίωση», ή βιντεάκια που περιγράφουν την ιδιαίτερα κοπιαστική μέρα ενός πολιτικού στο πανάκριβο γραφείο του, στη μετακίνηση με τον σωφέρ του, την επιστροφή στην πολυτελή κατοικία του ή υποδείξεις σε εργαζόμενους που δουλεύουν σε σκληρές συνθήκες «πες ευχαριστώ στο κράτος για όσα κάνει» κλπ κλπ. δεν αποτελούν μεμονωμένες αστοχίες.
Από πού αντλούν, λοιπόν, αυτό το θάρρος να εκφράζονται με τέτοιον τρόπο; Δεν φοβούνται την πολιτική φθορά; Η κοινωνική επιστήμη έχει περιγράψει επανειλημμένα το φαινόμενο της απευαισθητοποίησης. Όταν ένας λόγος επαναλαμβάνεται συχνά, ακόμη κι αν αρχικά προκαλεί αγανάκτηση, με τον χρόνο χάνει την αιχμηρότητά του. Αυτό που χθες θεωρούνταν ύβρις, σήμερα βαφτίζεται ειλικρίνεια. Οι πολιτικοί ζητούν απλά συγγνώμη για την παρανόηση, «άλλο εννοούσαν, λάθος καταλάβαμε», χωρίς ωστόσο, να υπάρχει ειλικρινής μεταμέλεια.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις που υποβαθμίζουν μισθούς, επιδόματα ή την ίδια την ανάγκη για αξιοπρεπή διαβίωση δεν λειτουργούν απλώς ως προσωπικές απόψεις. Ασκούν αυτό που ο Πιερ Μπουρντιέ θα ονόμαζε συμβολική βία: έναν λόγο που δεν επιβάλλεται με καταστολή, αλλά με την κανονικοποίησή του. Όταν η φτώχεια παρουσιάζεται ως ατομική ανεπάρκεια ή η διεκδίκηση ως «τζάμπα», τότε η κοινωνική ανισότητα παύει να φαίνεται ως πολιτικό πρόβλημα και μετατρέπεται σε ηθικό ελάττωμα.
Η κοινωνική ανοχή
Ας δούμε ενδεικτικά, τον κλάδο των εκπαιδευτικών. Πρόκειται για έναν από τους πολυπληθέστερους κλάδους εργαζομένων στον δημόσιο τομέα, με ισχυρή παρουσία και θεωρητικά, αυξημένη συλλογική δύναμη. Ωστόσο, αυτή η δύναμη σπάνια μεταφράζεται σε ουσιαστική πολιτική πίεση. Οι λόγοι θα μπορούσαν να είναι: κατακερματισμός, κόπωση, αλλά και έντονη κομματικοποίηση των παρατάξεων που εκλέγουν αιρετούς εκπροσώπους. Ο συνδικαλισμός συχνά εγκλωβίζεται σε μικροκομματικές ισορροπίες, αντί να λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής διεκδίκησης.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η αγανάκτηση εκτονώνεται συμβολικά, σε αναρτήσεις, ανακοινώσεις και πρόσκαιρες αντιδράσεις, χωρίς να αποκτά σταθερό πολιτικό κόστος για όσους εκφέρουν προσβλητικό ή απαξιωτικό λόγο. Σε αυτό το σημείο, η κοινωνική ανοχή παύει να είναι παθητική. Γίνεται ενεργός μηχανισμός αναπαραγωγής αυτής της ρητορικής. Όσο δεν αλλάζουν οι συσχετισμοί, τόσο το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: ότι τέτοιες δηλώσεις «αντέχονται» και δεν πρόκειται για γλωσσικό ατύχημα. Πρόκειται για πολιτική επιλογή. Και όσο αυτή η επιλογή δεν συναντά αντίσταση, τόσο θα επαναλαμβάνεται με μεγαλύτερη άνεση και περισσότερες προσχηματικές συγγνώμες.
*Η Θάλεια Θεοδωρίδη είναι Επικοινωνιολόγος με εμπειρία στο branding τουριστικών επιχειρήσεων, καθώς και εκπαιδευτικών και πολιτιστικών οργανισμών. Είναι επίσης Εκπαιδεύτρια Ενηλίκων σε τμήματα Δημοσιογραφίας και Τουρισμού, [email protected]




