του Σωτήρη Γιάκη
Στην αυτοδιοίκηση υπάρχουν στιγμές που μια δήλωση αποκαλύπτει περισσότερα από μια ολόκληρη θητεία. Η πρόσφατη τοποθέτηση του δημάρχου Ηγουμενίτσας για τη ναυαγοσωστική κάλυψη είναι μία από αυτές.
Ο Παναγιώτης Νταής είπε, στην ουσία, κάτι πολύ καθαρό: ότι ο Δήμος Ηγουμενίτσας δεν πρόκειται να καλύψει το πλήρες κόστος της ναυαγοσωστικής κάλυψης αν δεν υπάρξει 100% κρατική χρηματοδότηση. Το επιχείρημά του είναι γνωστό: αν ο δήμος πληρώσει από ίδιους πόρους, θα στερηθούν χρήματα άλλες ανάγκες της καθημερινότητας.
Σε πρώτη ανάγνωση, αυτό μπορεί να ακουστεί εύλογο. Πράγματι, το κράτος δεν μπορεί να μεταφέρει συνεχώς υποχρεώσεις στην αυτοδιοίκηση χωρίς τους αντίστοιχους πόρους. Όμως εδώ τελειώνει η εύκολη ανάγνωση και αρχίζει η πολιτική ουσία.
Διότι η ναυαγοσωστική κάλυψη δεν εμφανίστηκε ξαφνικά ως απρόβλεπτο βάρος. Δεν είναι κάτι που προέκυψε χθες. Το σχετικό θεσμικό πλαίσιο είναι γνωστό εδώ και χρόνια. Η υποχρέωση των φορέων διαχείρισης λουτρικών εγκαταστάσεων, άρα και των δήμων όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις, είναι παλιά και αποτυπωμένη νομικά ήδη πριν από τη σημερινή δημοτική περίοδο. Ακόμη περισσότερο: το ίδιο το κράτος είχε ήδη αναγνωρίσει το κόστος αυτό, κατανέμοντας χρηματοδότηση στους δήμους για ναυαγοσωστική κάλυψη. Και ο ίδιος ο Δήμος Ηγουμενίτσας είχε ήδη από το 2023 κινηθεί με διαγωνισμό για το αντικείμενο.
Άρα το ερώτημα δεν είναι αν υπάρχει οικονομικό βάρος. Υπάρχει. Το ερώτημα είναι άλλο: τι ακριβώς έκανε η δημοτική αρχή, εγκαίρως και σοβαρά, για να προετοιμαστεί απέναντι σε ένα γνωστό βάρος;
Εδώ βρίσκεται η αδυναμία της σημερινής γραμμής του δημάρχου. Όταν ένας δήμαρχος εκλέγεται με πρόγραμμα που μιλά για προστασία και ορθολογική διαχείριση παραλιών, δεν μπορεί, όταν φτάνει η ώρα της ευθύνης, να συμπυκνώνει τη στάση του στο «ο δήμος δεν πληρώνει». Αυτό δεν είναι ολοκληρωμένη πολιτική διαχείριση. Είναι δήλωση αποστασιοποίησης από το πρόβλημα.
Και δυστυχώς δεν είναι το πρώτο σημάδι. Στο ίδιο πεδίο των παραλιών, υπήρξε ήδη ένα σαφές προηγούμενο. Την πρώτη χρονιά χάθηκαν οι προθεσμίες για τις Γαλάζιες Σημαίες. Τη δεύτερη, αντί να διορθωθεί το κενό, η απάντηση ήταν ότι ο θεσμός είναι ξεπερασμένος. Όμως ένας θεσμός που παραμένει διεθνώς αναγνωρισμένος, χρησιμοποιείται από τουριστικούς φορείς και εξακολουθεί να έχει βαρύτητα στην εικόνα ενός προορισμού, δεν μπορεί να απαξιώνεται απλώς επειδή η δημοτική αρχή δεν θέλει ή δεν μπορεί να επενδύσει σε αυτόν.
Όταν δεις μαζί τα δύο αυτά επεισόδια, η εικόνα γίνεται πιο καθαρή. Στις παραλίες της Ηγουμενίτσας, όταν ένα θέμα απαιτεί προετοιμασία, πόρους, συνέπεια και οργανωμένη διοίκηση, η δημοτική αρχή δεν δείχνει να απαντά με σχέδιο. Δείχνει να απαντά με υπεκφυγή. Πρώτα η χαμένη προθεσμία βαφτίζεται ασήμαντη. Μετά η υποχρέωση βαφτίζεται δυσβάσταχτη. Και στο τέλος ο δημότης καλείται να αποδεχθεί ότι το πρόβλημα είναι πάντα κάπου αλλού.
Όμως η αυτοδιοίκηση δεν κρίνεται όταν όλα είναι εύκολα. Κρίνεται ακριβώς στη στιγμή που πρέπει να αναλάβει ευθύνη μέσα σε δύσκολες συνθήκες. Εκεί φαίνεται αν οι προεκλογικές δεσμεύσεις ήταν πραγματικό σχέδιο ή απλώς εύκολες λέξεις.
Γι’ αυτό και το θέμα της ναυαγοσωστικής δεν είναι στενά τεχνικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Αφορά το αν μια διοίκηση βλέπει τις παραλίες ως στοιχείο δημόσιας ευθύνης και τουριστικού προϊόντος ή ως πεδίο όπου, μόλις εμφανιστεί δυσκολία, αναζητείται η επόμενη δικαιολογία.
Στο τέλος, η ουσία χωρά σε μία φράση: ο κ. Νταής ζήτησε εντολή για ορθολογική διαχείριση των παραλιών, αλλά σήμερα, στο πρώτο σοβαρό τεστ ευθύνης, εμφανίζεται περισσότερο να αποσύρεται παρά να διοικεί.





