Του π. Ηλία Μάκου
Ο Αλβανίας Ιωάννης εκλέχτηκε, μετά το θάνατο του αλησμόνητου Αναστασίου, Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας της χώρας στις 16 Μαρτίου του2026.
Είναι ο δεύτερος Αρχιεπίσκοπος της Ορθόδοξης Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Αλβανάις, μετά την πτώση του κομμουνιστικού καθεστώτος, και ο πρώτος Αλβανός Αρχιεπίσκοπος από το 1967 και μετά, δηλαδή εδώ και 58 χρόνια, όταν είχαν απαγορευτεί οι θρησκείες.
Αυτός ο πρώτος χρόνος έχει θετικό αποτύπωμα. Συνεχίζει στα βήματα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αναστασίου, με τον τρόπο τον δικό του βέβαια, γιατί οι προσωπικότητες των ανθρώπων δεν είναι αντίγραφα η μία της άλλης, όχι μόνο γιατί είναι πνευματικό του παιδί και ανάστημά του, αλλά και γιατί η Εκκλησία της Αλβανίας, παρ’ ότι μικρή, είναι καταξιωμένη διεθνώς, λόγω των δομών, που έχουν δημιουργηθεί από τον προκάτοχό του.
Βέβαια, αν κρίνει και αξιολογήσει εκείνος, ότι σε κάποια ζητήματα, με βάση τις διαμορφούμενες ανάγκες, πρέπει να χαράξει τη δική του γραμμή, καθώς έχει πλέον αυτός την ευθύνη, σαφώς και θα το πράξει.
Διεκδικείται η περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που ακόμη δεν της έχει αποδοθεί, αν και στα δικαστήρια έχει υπάρξει δικαίωση.
Στο επίπεδο των διαχριστιανικών επαφών συνεχίζονται οι καλές σχέσεις με τις άλλες Εκκλησίες.
Βέβαια η μορφή και το πνεύμα του Αναστασίου, που παρέλαβε μια Εκκλησία σε ιδιαίτερα δεινή θέση, και την αναμόρφωσε, θα είναι πάντα παρών.
Ωστόσο ο νέος Αρχιεπίσκοπος έδειξε ότι θέλει και μπορεί να αφήσει και αυτός το δικό του αποτύπωμα, έχοντας ως αφετηρία την παρακαταθήκη του Αναστασίου.
Επιπλέον τον στηρίζει, όπως φαίνεται, στη δεδομένη στιγμή, η πολιτική ηγεσία της χώρας, και γιατί είναι αλβανικής καταγωγής και γιατί συμβάλλει με τη στάση του στην ειρηνική συνύπαρξη του λαού, σε συνεργασία με τα άλλα θρησκεύματα.
Κινείται ο Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας σε ρυθμούς “Ανάστασης”, γιατί έχει καταλάβει από τον προκάτοχό του πόσο θεϊκό και υπερφυσικό, μα και πόσο ανθρώπινο είναι ταυτόχρονα το ιστορικό και ηθικό γεγονός της Ανάστασης.
Σημαίνει την υπερνίκηση του κόσμου, την κατάφαση στην ελευθερία, την κατάκτηση της ανθρωπιάς. Είναι η εγγύηση της νίκης, ο θρίαμβος της ελπίδας.
Η Ανάσταση λειτουργεί σαν αρραβώνας του παρόντος με το μέλλον, σαν απαρχή κατάλυσης του σκοταδιού και ανατολής μιας νέας ημέρας. Και αυτά δεν τα σκέφτεται ως θεωρίες, αλλά τα ζει ως πραγματικότητα.
Όπως έχει πει σε συνέντευξή του “συχνά λέω ότι κάτι που ανοίγει ο Θεός δεν μπορεί να κλείσει από τους ανθρώπους. Αν το κερί είναι αναμμένο μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου, η αγάπη για τον Θεό είναι φωτισμένη, το μονοπάτι θα είναι με τον σταυρό αλλά και με τη χαρά της ανάστασης. Το μονοπάτι δεν τελειώνει στον σταυρό, αλλά στην ανάσταση. Εκείνη την εποχή, οι άνθρωποι καταλάβαιναν τη δύσκολη κατάσταση, αλλά η χαρά που σου δίνει ζωή το ξεπερνά αυτό. Ακόμα και εκείνη την εποχή που φαινόταν απίστευτο ότι κάποιος θα τελούσε λειτουργία, ο Θεός μας προστάτευσε επειδή η εποχή ήταν πολύ επικίνδυνη”.
Και στέλνει το μήνυμα ότι έστω και αν το κακό στις ημέρες μας φαίνεται κυρίαρχο, δεν θα καταφέρει να μας συντρίψει, γιατί ο Θεός αποτελεί πάντοτε έναν πάντοτε έναν αρραγή ιστό ασφαλείας.





