Κανόνες για όλους ή εξαιρέσεις για λίγους; Μια υπεραγορά που ήδη υπάρχει δεν είναι παραγωγική επένδυση

Share Button

του Αντώνη Μπέζα

Στο τελευταίο Δημοτικό Συμβούλιο για την άδεια ίδρυσης υπεραγοράς στην Ηγουμενίτσα, το ζήτημα δεν ήταν ένα τυπικό διοικητικό θέμα. Ήταν –και παραμένει– ένα βαθιά πολιτικό ερώτημα για το πώς αντιλαμβανόμαστε την ανάπτυξη στον τόπο μας και ποια συμφέροντα τελικά υπηρετούνται.
Δεν είμαι κατά των επενδύσεων, ούτε λειτουργώ ιδεολογικά απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις. Όμως, κάθε επιχειρηματική κίνηση δεν είναι αυτομάτως και αναπτυξιακή. Και κυρίως: οι επενδύσεις πρέπει να γίνονται με κανόνες που ισχύουν για όλους – όχι με εξαιρέσεις για λίγους.
Η συγκεκριμένη υπεραγορά δεν συνιστά παραγωγική ή καινοτόμα επένδυση που αλλάζει το αναπτυξιακό υπόδειγμα της Θεσπρωτίας. Δεν δημιουργεί νέο παραγωγικό αποτύπωμα, ούτε προστιθέμενη αξία, ούτε προσφέρει κάποιο ιδαίτερο όφελος στους καταναλωτές. Πρόκειται ουσιαστικά για αντικατάσταση υφιστάμενης δραστηριότητας, αφού η ίδια εταιρεία διαθέτει ήδη εδώ και χρόνια κατάστημα στην Ηγουμενίτσα και απλώς μεταφέρεται σε μεγαλύτερο χώρο.
Όπως ακριβώς δεν είναι αναπτυξιακή επένδυση ένα ακόμη μεγάλο ξενοδοχείο, με τη μετατροπή του ΞΕΝΙΑ από χώρο γνώσης και εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων σε ακίνητο τουριστικής εκμετάλλευσης. Το μοντέλο που επαναλαμβάνεται είναι γνωστό: κατανάλωση, real estate και τουρισμός. Όχι παραγωγή, όχι γνώση, όχι καινοτομία, όχι εξειδίκευση, όχι πλήρης απασχόληση, όχι καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, όχι μετασχηματισμός της τοπικής οικονομίας.
Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται μια ευρύτερη πολιτική ευθύνη: η Δημοτική Αρχή, τόσο στο θέμα της υπεραγοράς όσο και στο θέμα του ΞΕΝΙΑ, δεν λειτουργεί ως θεματοφύλακας του δημοσίου συμφέροντος, αλλά ως τροχονόμος ιδιωτικών επιχειρηματικών σχεδίων, διευκολύνοντας επιλογές χωρίς στρατηγικό όραμα και χωρίς θεσμικά φίλτρα.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, ακόμη σοβαρότερο επίπεδο: η άδεια ίδρυσης και η οικοδομική άδεια είναι δύο διαφορετικές διοικητικές πράξεις. Η μία αφορά τη λειτουργία. Η άλλη τη νόμιμη δόμηση. Το Δημοτικό Συμβούλιο, όμως, δεν μπορεί να χορηγεί άδεια ίδρυσης όταν είναι εκ των προτέρων γνωστό ότι το κτίριο της υπεραγοράς δεν μπορεί σήμερα να κατασκευαστεί νόμιμα.
Η έκταση που προβλέπεται η υπεραγορά βρίσκεται στην 6η Πολεοδομική Ενότητα, στην οποία δεν υπάρχει εγκεκριμένη Πολεοδομική Μελέτη, ούτε Πράξη Εφαρμογής. Με βάση το ισχύον πολεοδομικό δίκαιο, αυτό σημαίνει ένα πράγμα: δεν μπορεί να εκδοθεί οικοδομική άδεια. Και επομένως, δεν έχουμε απλώς έλλειψη οικοδομικής άδειας αλλά αντικειμενική αδυναμία νόμιμης δόμησης.
Και όμως, επιχειρείται μια πολεοδομική «αλχημεία»: να εκδοθεί άδεια με βάση μελλοντικά, ανύπαρκτα σήμερα οικοδομικά τετράγωνα και ρυμοτομικές γραμμές. Δηλαδή να στηριχθεί μια σημερινή διοικητική πράξη σε μελλοντικές εγκρίσεις που μπορεί να αλλάξουν ή και να μην υπάρξουν ποτέ. Το Δημοτικό Συμβούλιο, όμως, δεν είναι όργανο «προεγκρίσεων» με βάση ευχές ή υποθέσεις. Η νομιμότητα κρίνεται κατά τον χρόνο έκδοσης της πράξης, όχι εκ των υστέρων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εκτυλίχθηκε και ένα πραγματικό θέατρο του παραλόγου. Από τη μία, ο εκπρόσωπος του Επιμελητηρίου Θεσπρωτίας δήλωσε ρητά στη συνεδρίαση ότι το Επιμελητήριο είναι αντίθετο με τη χορήγηση της άδειας. Από την άλλη, μέλη της Διοίκησής του, που είναι ταυτόχρονα Δημοτικοί Σύμβουλοι, ψήφισαν υπέρ, ενώ ο ίδιος ο Πρόεδρος απουσίαζε επικαλούμενος ανειλημμένες υποχρεώσεις. Αντίστοιχα, ο Εμπορικός Σύλλογος, ενώ αρχικά πρωτοστάτησε στην αναβολή της συζήτησης, στη δεύτερη συνεδρίαση απουσίαζε, με τον Πρόεδρό του να αποστέλλει επιστολή που στην ουσία υπαναχωρούσε από την αρχική θέση.
Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι συμπτώματα μιας βαθιάς θεσμικής υποκρισίας, όπου άλλα λέγονται δημόσια και άλλα ψηφίζονται τελικά.
Τέλος, υπάρχει και μια ακόμη κρίσιμη διάσταση: η ισότητα.
Χιλιάδες μικροϊδιοκτήτες στις 2η, 4η, 5η και στην υπόλοιπη 6η Πολεοδομική Ενότητα της Ηγουμενίτσας δεν μπορούν εδώ και χρόνια να οικοδομήσουν, επειδή οι πολεοδομικές μελέτες καθυστερούν. Έχουν περιουσίες, αλλά δεν μπορούν να τις αξιοποιήσουν.
Οι χιλιάδες μικροί δεν μπορούν. Ο ένας μεγάλος μπορεί;
Αυτό δεν είναι μόνο ζήτημα νομιμότητας. Είναι κυρίως ζήτημα αξιοπιστίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και αθέμιτου ανταγωνισμού απέναντι στους ίδιους τους πολίτες.
Απ’ όλα όμως τα προηγούμενα, το χειρότερο είναι ότι, με αβάσιμα και ευτελιστικά για το επίπεδο του δημόσιου διαλόγου επιχειρήματα, επιχειρήθηκε η κατάφωρη παραποίηση της αλήθειας.
❗️Μάλλον ταιριάζουν απόλυτα οι στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ (σε ελεύθερη απόδοση): «Όποιος δεν γνωρίζει την αλήθεια είναι απλώς ανόητος. Όποιος όμως τη γνωρίζει και τη διαστρεβλώνει, παραπλανά από σκοπιμότητα».

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *