Του Δικηγόρου Θεσπρωτίας Δημήτρη Β. Χρήστου
Το ποσοστό κέρδους, που είναι η πιο κρίσιμη μεταβλητή της οικονομίας, είναι το ποσοστό της κερδοφορίας που επικρατεί σε αυτήν μακροχρόνια. Διαμορφώνεται δε ένα γενικό ποσοστό κέρδους από τα διαφορετικά ποσοστά κέρδους των επιχειρήσεων μακροπρόθεσμα, μέσω του ανταγωνισμού που ισχύει για όλη την οικονομία.
Για την τρέχουσα οικονομική κρίση, η επικρατέστερη άποψη είναι αυτή που υποστηρίζει ότι προέκυψε από την δυσλειτουργία του χρηματοπιστωτικού συστήματος (κακή διαχείριση της οικονομίας). Ωστόσο η ανωτέρω άποψη αμφισβητείται από την θεωρία περί της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους. Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, οι δύο μεγάλες τράπεζες, η Αμερικάνικη Κεντρική Τράπεζα (FED) και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παρείχαν άφθονη ρευστότητα στο τραπεζικό σύστημα, αγοράζοντας μαζικά υποτιμημένους τίτλους και χρεόγραφα, όμως η κρίση δεν ξεπεράστηκε. Ενώ βέβαια συσσωρεύτηκε τεράστιος πλούτος, οι επενδύσεις όχι μόνο δεν αυξήθηκαν ικανοποιητικά, αλλά μειώθηκαν κιόλας. Διότι οι επενδυτές επιλέγουν συνειδητά να μην επενδύσουν τα κεφάλαιά τους, επειδή φοβούνται ότι δεν θα αποφέρουν τα αναμενόμενα κέρδη. Αν όμως η πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους οφείλεται σε εγγενή αδυναμία του συστήματος, τότε οποιαδήποτε οικονομική πολιτική και αν εφαρμοστεί (επεκτατική ή περιοριστική), δεν θα λύσει το πρόβλημα. Αν η κρίση δεν είναι απλά αποτέλεσμα κακής διαχείρισης της οικονομίας, ακόμη και να ξεπεραστεί η τρέχουσα κρίση, αναπόφευκτα θα προκύψουν και άλλες στο μέλλον. Στις Η.Π.Α. κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, για παράδειγμα, παρατηρήθηκε με στατιστικά δεδομένα πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, που οδήγησε στην οικονομική κρίση και στο κραχ.
Ο Άγγλος οικονομολόγος Σμιθ ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και ήταν αυτός που έθεσε τις βάσεις για την επιστημονική μελέτη των οικονομικών σχέσεων, μιλώντας για ύπαρξη αντικειμενικών νόμων σε μία οικονομία, των οποίων η λειτουργία είναι ανεξάρτητη από την βούληση των ανθρώπων. Σύμφωνα με τον Σμιθ, το ποσοστό του κέρδους έχει την τάση να πέφτει σε μία οικονομία της αγοράς, λόγω του ανταγωνισμού. Το καπιταλιστικό σύστημα, ως δυναμικό σύστημα, έχει την τάση να συσσωρεύει κεφάλαια γρηγορότερα από την αύξηση του εργατικού δυναμικού και αυτό έχει ως αποτέλεσμα μία αύξηση της ζήτησης εργασίας που οδηγεί σε αύξηση των μισθών που ρίχνουν τα κέρδη. Επίσης, ακόμη ένας λόγος για αυτήν την πτώση, είναι ότι οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να ρίχνουν συνεχώς τις τιμές τους για να γίνονται πιο ανταγωνιστικές.
Ο Άγγλος τραπεζίτης Ρικάρντο θεωρούσε πως αιτία της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας ήταν οι φθίνουσες αποδόσεις της γης. Όλα ξεκινούν από την αυξημένη ζήτηση για τρόφιμα, που σημαίνει ότι για να ικανοποιηθεί αυτή η ζήτηση, θα πρέπει να καλλιεργούνται αναγκαστικά όλο και λιγότερο εύφορα κομμάτια γης. Η αυξημένη αυτή ζήτηση οδηγεί σε μία αύξηση των τιμών των αγροτικών προϊόντων. Από αυτήν την κατάσταση επωφελούνται οι γαιοκτήμονες που κατέχουν την ιδιοκτησία της γης, καθώς λόγω των αυξανόμενων τιμών των αγροτικών προϊόντων ανεβαίνει και το δικό τους εισόδημα. Ταυτόχρονα οι εργάτες, οι οποίοι παίρνουν τον μισθό επιβίωσης, λόγω της αύξησης της τιμής των αγροτικών προϊόντων, διεκδικούν και παίρνουν μία αύξηση στους μισθούς, προκειμένου να είναι σε θέση να καταναλώσουν τα ίδια προϊόντα που κατανάλωναν πριν από την αύξηση και τους επιτρέπουν να επιβιώνουν για να είναι σε θέση να εργάζονται. Οι μόνοι που βλάπτονται από αυτήν την διαδικασία είναι οι επιχειρηματίες, οι οποίοι βλέπουν ότι οι αποταμιεύσεις τους τελικά δεν πιάνουν τόπο, αφού η γαιοπρόσοδος (εισόδημα γαιοκτημόνων) και οι μισθοί ανεβαίνουν, γεγονός που σηματοδοτεί την μείωση των κερδών τους, καθώς ο Ρικάρντο, σε αντίθεση με τον Σμιθ, πίστευε ότι μία αύξηση στους μισθούς δεν θα οδηγήσει σε μία αύξηση του γενικού επιπέδου των τιμών, αλλά σε μία πτώση της κερδοφορίας.
Τόσο ο Σμιθ, όσο και ο Ρικάρντο, έζησαν και αναφέρθηκαν σε άλλη προηγούμενη εποχή (18ος αι.), τότε που η αστική τάξη ερχόταν στο προσκήνιο της ιστορίας και καταλάμβανε την εξουσία. Κάνοντας δε οι ανωτέρω ταξική ανάλυση στις μελέτες τους, επιδίωκαν να στείλουν την φεουδαρχική τάξη στο «χρονοντούλαπο» της ιστορίας, διότι την θεωρούσαν τροχοπέδη στην ανάπτυξη του συστήματος. Οι αναλύσεις όμως του Ρικάρντο περί αυξανόμενων τιμών των αγροτικών προϊόντων, είναι επίκαιρες ακόμη και σήμερα, ιδίως στην ελληνική οικονομία.
Ο Γερμανός νομικός Μαρξ, που επηρεάστηκε από την αγγλική κλασική πολιτική οικονομία (Σμιθ, Ρικάρντο), θεωρούσε ότι στον καπιταλισμό υπάρχει η τάση της αντικατάστασης της ανθρώπινης εργασίας από τις μηχανές. Αυτό συμβαίνει, διότι με την μηχανοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας, αυξάνεται η παραγωγικότητα της εργασίας, οι επιχειρήσεις μειώνουν το ανά μονάδα κόστος, πετυχαίνουν οικονομίες κλίμακας και γίνονται πιο ανταγωνιστικές ρίχνοντας τις τιμές και ανεβάζοντας τις πωλήσεις. Με αυτόν τον τρόπο αυξάνεται το σταθερό κεφάλαιο (μηχανήματα) όλο και περισσότερο σε σχέση με το μεταβλητό (εργατική δύναμη), αυξάνεται η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου (σταθερό κεφάλαιο/μεταβλητό κεφάλαιο), με συνέπεια να αυξάνεται ο παρανομαστής στην μαθηματική σχέση του ποσοστού κέρδους, με αποτέλεσμα αυτό να παρουσιάζει πτωτική τάση. Εμφάνισε δηλαδή ο Μαρξ και απέδειξε και με εμπειρικά δεδομένα και με μαθηματικό τύπο, βοηθούμενος και από τον Άγγλο καπιταλιστή Ένγκελς (ο οποίος ως καπιταλιστής ήξερε καλύτερα από τον καθένα τον συγκεκριμένο νόμο) την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της εκτόπισης από την παραγωγή του μοναδικού παράγοντα που δημιουργεί νέα αξία, του ανθρώπου. Η όλο και μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου οδηγεί στην αποτυχία του συστήματος, δηλαδή στην κρίση, που τελικά έχει ως αίτιο την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων (λιμνάζοντα κεφάλαια) που δεν μπορούν να επενδυθούν λόγω της πολύ χαμηλής κερδοφορίας.
Τέλος ο Άγγλος μαθηματικός Κέυνς ανέπτυξε μία θεωρία, όσον αφορά στην κερδοφορία, που μοιάζει αρκετά με αυτήν του Σμιθ. Για τον Κέυνς, η κρίσιμη μεταβλητή που επηρεάζει τις επενδύσεις, εκτός από το επιτόκιο, είναι η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου. Αυτή ουσιαστικά αποτελεί έναν δείκτη που δείχνει τις πιθανότητες επικερδούς τοποθέτησης μίας επένδυσης και μετρά την απόδοση που αναμένεται να δώσει αυτήν στον επενδυτή. Η οριακή αποδοτικότητα κεφαλαίου επηρεάζεται, εκτός από τις προσδοκίες, και από την ζήτηση. Ο Κέυνς ουσιαστικά αντικατέστησε το ποσοστό κέρδους με την οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου που συνδέεται με τις προσδοκίες για κέρδος. Ένα από τα εργαλεία του συστήματος είναι η ζήτηση που σχετίζεται με την λειτουργία του και με το ποσοστό κέρδους. Ακριβώς λοιπόν, επειδή η οριακή αποδοτικότητα του κεφαλαίου εξαρτάται περισσότερο από την ζήτηση και τις προσδοκίες, η πτωτική της τάση (αν και εφόσον υπάρχει), διαφέρει από την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, όπως την όρισε ο Μαρξ, δηλαδή σαν μία διαδικασία με ενδογενή αίτια του συστήματος και ταιριάζει περισσότερο στην εξήγηση που έδωσε ο Σμιθ περί ανταγωνισμού.
Οι επιχειρηματίες ανεβάζοντας την τεχνική επιδιώκουν να βγάλουν όσο το δυνατόν περισσότερα κέρδη, όμως το αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών τους είναι η μείωση του ποσοστού κέρδους, κάτι που όλοι όμως το απεύχονται. Έτσι αντιδρούν με μία σειρά από πολιτικές, που φρενάρουν, αναχαιτίζουν την πτώση του ποσοστού κέρδος, για να αναπαραχθεί συν τοις άλλοις και το σύστημα. Μερικές από τις πολιτικές τους αυτές είναι οι εξής:
Αυξάνουν την εκμετάλλευση, την εντατικοποίηση και την παραγωγικότητα της εργασίας, παρατείνοντας κυρίως την εργάσιμη ημέρα και αυξάνοντας έτσι τον βαθμό εκμετάλλευσης (οράτε θέσπιση 13ωρης εργασίας).
Ανεβάζουν την τεχνολογική πρόοδο σε βάρος της εργασίας γεννώντας ανεργία που ασκεί πίεση στους μισθούς (οράτε κατάργηση συλλογικών συμβάσεων εργασίας και μείωση πραγματικών μισθών).
Κάνουν οικονομία σε σταθερό κεφάλαιο (κυρίως σε μηχανικά εξαρτήματα) σε βάρος της υγείας και της ζωής των εργαζομένων (οράτε αύξηση εργατικών ατυχημάτων).
Κάνουν άνισες ανταλλαγές στο εξωτερικό εμπόριο, εξάγοντας εμπορεύματα από τις ανεπτυγμένες χώρες στις λιγότερο ανεπτυγμένες, βγάζοντας υπερκέρδη (οράτε συμφωνία για την πώληση υγροποιημένου φυσικού αερίου από τις Η.Π.Α. στην Ουκρανία).
Οι ανωτέρω όμως πολιτικές φρενάρουν και αναχαιτίζουν, δεν αίρουν όμως την πτώση του ποσοστού κέρδους, που μόνο απλά εξασθενούν αυτή την πτώση και της προσδίδουν τον χαρακτήρα τάσης.
Μήπως «έφτασε το σύστημα στις Ηράκλειες στήλες»;




