*Γράφει η Αγγελική ΜέμμουΗ Ελληνική λιµενική βιομηχανία βρίσκεται σε µια περίοδο ουσιαστικών αλλαγών. Τα τελευταία χρόνια, το µοντέλο διοίκησης και ανάπτυξης των λιµένων αναδιαµορφώνεται, µε τη συµµετοχή ιδιωτικών επενδύσεων να αποκτά αυξανόµενο ρόλο. Η εξέλιξη αυτή εγείρει εύλογα ερωτήµατα, ιδίως όταν αφορά λιµένες στρατηγικής σηµασίας, όπως ο Λιµένας Ηγουµενίτσας.
Τα σύγχρονα λιµάνια δεν αποτελούν πλέον µόνο υποδοµές µεταφορών. Διαµορφώνουν οικονοµικές δραστηριότητες, επηρεάζουν την απασχόληση και συνδέονται άµεσα µε την ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Για τον λόγο αυτό, ο τρόπος οργάνωσης και διοίκησής τους δεν είναι τεχνικό ζήτηµα, αλλά επιλογή µε σαφές πολιτικό και αναπτυξιακό αποτύπωµα.
Το προηγούµενο καθεστώς κρατικής διοίκησης παρουσίαζε αδυναµίες. Η έλλειψη θεσµικής συνέχειας και η συχνή εναλλαγή διοικήσεων δυσχέραιναν τον µακροπρόθεσµο σχεδιασµό. Η ανάγκη µεταρρύθµισης ήταν υπαρκτή και αναγνωρισµένη.
Ωστόσο, το ζήτηµα δεν περιορίζεται στην αναγκαιότητα αλλαγής, αλλά στον τρόπο µε τον οποίο αυτή υλοποιήθηκε. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η απάντηση δόθηκε µέσα από µοντέλα όπου η λιµενική αρχή παραµένει δηµόσια, διατηρώντας την κυριότητα της γης και των βασικών υποδοµών, ενώ οι επιχειρησιακές δραστηριότητες αναπτύσσονται από ιδιώτες µέσω συµβάσεων παραχώρησης.
Χαρακτηριστικά παραδείγµατα αποτελούν το Ρότερνταµ, όπου η λιµενική αρχή ανήκει στον Δήµο και στο ολλανδικό κράτος, το Αµβούργο, που ελέγχεται από το κρατίδιο, καθώς και η Βαλένθια, όπου η δηµόσια λιµενική αρχή συνεργάζεται µε ιδιωτικούς οµίλους, όπως ο όµιλος GRIMALDI, για τη λειτουργία επιµέρους τερµατικών σταθµών.
Στην περίπτωση του Λιµένα Ηγουµενίτσας, ακολουθήθηκε διαφορετική προσέγγιση, που αποκλίνει τελείως από τα διεθνή µοντέλα. Η πώληση πλειοψηφικού πακέτου της λιµενικής αρχής συνεπάγεται τη µεταβίβαση όχι µόνο της επιχειρησιακής εκµετάλλευσης, αλλά και του διοικητικού ελέγχου και της διαχείρισης της γης.
Πρόκειται για επιλογή πολιτικής φύσεως, η οποία αξίζει να αξιολογηθεί µε ψυχραιµία και νηφαλιότητα.
Οι προβληµατισµοί που ανακύπτουν δεν είναι θεωρητικοί. Αφορούν τη διασφάλιση του ανταγωνισµού, τη διαφάνεια στη λειτουργία του λιµένα και τη δυνατότητα της Πολιτείας και της τοπικής αυτοδιοίκησης να παρεµβαίνουν ουσιαστικά στον αναπτυξιακό του προσανατολισµό. Παράλληλα, τίθεται το ερώτηµα κατά πόσο οι επενδυτικές επιλογές µπορούν να ευθυγραµµιστούν µε τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας.
Το περιεχόµενο του master plan του 2025, µε έµφαση στη βιοµηχανοποίηση της λιµενικής ζώνης και περιορισµένες αναφορές σε κρίσιµες τοπικές υποδοµές, όπως η µαρίνα και τα αλιευτικά καταφύγια, ενισχύει τον δηµόσιο διάλογο γύρω από αυτά τα ζητήµατα.
Σε θεσµικό επίπεδο, ο ρόλος του Δηµοσίου περιορίζεται πλέον κυρίως στην εποπτεία. Η αποτελεσµατικότητα, ωστόσο, αυτού του ρόλου εξαρτάται από την ανεξαρτησία και τη λειτουργική επάρκεια των αρµόδιων αρχών. Η ποιότητα της εποπτείας αποτελεί κρίσιµο παράγοντα για την ισορροπία µεταξύ ιδιωτικής πρωτοβουλίας και δηµόσιου συµφέροντος.
Η συζήτηση για τον Λιµένα Ηγουµενίτσας ξεπερνά τα στενά τοπικά όρια. Συνδέεται άµεσα µε το ερώτηµα ποιο µοντέλο λιµενικής ανάπτυξης επιλέγει η χώρα και πώς αυτό εντάσσεται σε µια συνεκτική εθνική στρατηγική. Μια συζήτηση που αξίζει να διεξαχθεί µε σοβαρότητα, τεκµηρίωση και σεβασµό στον ρόλο των λιµένων ως δηµόσιων υποδοµών µε ευρύτερη σηµασία.
Σε επιβεβαίωση της παραπάνω αντίληψης, ο Δήµαρχος Ηγουµενίτσας έχει κληθεί να συµµετάσχει ως οµιλητής, σε πολιτική εκδήλωση που διοργανώνει ο τοµέας Ναυτιλίας του ΠΑΣΟΚ, µε θέµα τη λιµενική πολιτική, σε κοινό πάνελ µε τους Δηµάρχους Πειραιώς, κ. Γ. Μώραλη και Λαυρεωτικής κ. Δ. Λουκά και τον Αντιπεριφερειάρχη Ηρακλείου κ. Γ. Αλεξάκη. Το ΠΑΣΟΚ επιδιώκει να φέρει στο προσκήνιο το ρόλο των λιµένων στην ανάπτυξη των πόλεων όπως επιβεβαιώνει και η προγραµµατισµένη οµιλία στην εκδήλωση του Προέδρου του ΠΑΣΟΚ Νίκου Ανδρουλάκη και της υπεύθυνης πολιτικού σχεδιασµού Άννας Διαµαντοπούλου.
*Η κα Αγγελική Μέμμου είναι μέλος Ν.Ε. ΠΑΣΟΚ Θεσπρωτίας – Πρ. Υποψήφια Βουλευτής ΠΑΣΟΚ




