Από τη Φλώρινα στα Τίρανα: όταν ο αλυτρωτισμός αλλάζει μορφή

Share Button

Του Αντώνη Μπέζα (*)

Το πρόσφατο περιστατικό στη Φλώρινα, με την εκτέλεση αλυτρωτικού τραγουδιού σε δημόσιο χώρο που υμνούσε την επανάσταση του Ίλιντεν στη Μακεδονία, και την εύλογη παρέμβαση του Δημάρχου Βασίλη Γιαννάκη, δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο ή «γραφικό» επεισόδιο. Αντιθέτως, λειτουργεί ως σύμπτωμα ενός βαθύτερου προβλήματος: της σταδιακής επανεμφάνισης του αλυτρωτισμού στα Βαλκάνια με νέες μορφές.

Σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο πρέπει να ενταχθεί και η επίσημη αναγνώριση από το αλβανικό κράτος βλάχικης (αρωμανικής) εθνικής μειονότητας, μέσω του νόμου 96/2017 «Για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων», καθώς και οι εφαρμοστικές αποφάσεις που ακολούθησαν και  τις οποίες η κυβέρνηση Ράμα υπέγραψε τον Δεκέμβριο του 2024.

Ενισχύστε το militaire.gr ,δείτε γιατί ΕΔΩ

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τεχνική ούτε «αθώα». Η Αλβανία δεν περιορίστηκε στην πολιτιστική ή γλωσσική αναγνώριση των Βλάχων, που τους είχε αποδεχθεί από το 1995 ως ιδιαίτερη πολιτιστική ομάδα, αλλά προχώρησε στη θεσμική κατασκευή μιας νέας εθνοτικής ομάδας, αποσπώντας τους από το σώμα της Ελληνικής Εθνικής Μειονότητας στη Βόρεια Ήπειρο. Πρόκειται για πολιτική επιλογή με σαφή στόχο: τη συρρίκνωση, τον κατακερματισμό και, τελικά, την αποδυνάμωση της ελληνικής παρουσίας.

Προφανώς, κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να αναγνωρίζει τις μειονότητες που επιλέγει εντός της επικράτειάς του. Ωστόσο, το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο. Όταν μια πολιτιστική ή γλωσσική ομάδα που διαβιεί διασυνοριακά, όπως οι Βλάχοι –και αποτελεί οργανικό τμήμα της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας περισσότερων χωρών (Ελλάδα, Αλβανία, Σερβία, Σκόπια)– αναγνωρίζεται μονομερώς από ένα κράτος ως «εθνική μειονότητα», τότε εγείρονται σύνθετα πολιτικά και νομικά ζητήματα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η πράξη αυτή δεν παραμένει εσωτερικό ζήτημα· έχει αναπόφευκτα διεθνείς απολήξεις, επηρεάζοντας τις σχέσεις γειτονικών κρατών, τη διαχείριση της ταυτότητας των πληθυσμών και, ενδεχομένως, την περιφερειακή σταθερότητα.

Γι’ αυτό άλλωστε, το Συμβούλιο της Ευρώπης, με το «Πλαίσιο-Σύμβασης για την Προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων», παρακολουθεί εάν οι σχετικές πολιτικές ενός κράτους σέβονται τα δικαιώματα των ομάδων αυτών χωρίς να υπονομεύουν άλλα κράτη. Η λογική αυτής της παρακολούθησης είναι σαφής: Ναι στην πολιτική προστασία των πραγματικών μειονοτήτων, όχι στην έμμεση αναθεώρηση ταυτοτήτων ή συνόρων.

Η διαφορά ανάμεσα στην πολιτιστική και στην εθνική αναγνώριση δεν είναι τυπική· είναι βαθιά πολιτική. Η πρώτη αφορά τη διατήρηση της πολιτιστικής ιδιαιτερότητας, ενώ η δεύτερη ενέχει τη δημιουργία «νέων» εθνικών ταυτοτήτων με διακρατικές προεκτάσεις.

Το ζήτημα καθίσταται ακόμη σοβαρότερο αν ληφθεί υπόψη ότι οι εφαρμοστικές πράξεις του συγκεκριμένου αλβανικού νόμου καθιστούν τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό διοικητικά ελεγχόμενο, απαιτούν αποδεικτικά έγγραφα για κάτι που, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, αποτελεί υποκειμενικό δικαίωμα, και συνδέονται άμεσα με την απογραφή-παρωδία του 2023, η οποία δεν πληρούσε στοιχειώδη ευρωπαϊκά πρότυπα διαφάνειας.

Με άλλα λόγια, στην Αλβανία σήμερα δεν προστατεύονται οι μειονότητες· «ανακατασκευάζονται» ταυτότητες. Και αυτή η «ανακατασκευή» έχει συνέπειες που αγγίζουν άμεσα, και πρωτίστως, την Ελλάδα.

Το Κουτσοβλαχικό ζήτημα

Η ιστορία προσφέρει εδώ ένα ανησυχητικά οικείο προηγούμενο. Το λεγόμενο Βλάχικο ή Κουτσοβλαχικό ζήτημα δεν είναι άγνωστο στον ελληνικό χώρο. Από τα μέσα του 19ου αιώνα έως τον Μεσοπόλεμο, αποτέλεσε εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης, αρχικά της Ρουμανίας και των Μεγάλων Δυνάμεων, με στόχο τη διάσπαση του ελληνικού στοιχείου στη Μακεδονία και την Ήπειρο.

Με τη φυγή χιλιάδων οικογενειών «ρουμανιζόντων» στη Ρουμανία κατά τον Μεσοπόλεμο, το ζήτημα φάνηκε ότι είχε κλείσει. Δεν ήταν, όμως, έτσι. Η Ρουμανία και η Γερμανία, αξιοποιώντας τον πυρήνα εκείνων που είχαν μεταναστεύσει την περίοδο 1925–1932, κατασκεύασαν, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, τους Μακεδοναρμάνους, ένα ιδιότυπο «αυτονομιστικό κίνημα»  που υποστηρίζει ότι οι λατινόγλωσσοι αυτοί πληθυσμοί δεν είναι ούτε Ρουμάνοι ούτε Έλληνες, αλλά «Βλάχοι», με δικαίωμα μειονότητας λόγω –κατά την άποψή τους– διαφορετικού πολιτισμού, καταγωγής και «γλώσσας».

Έτσι, από το παραδοσιακό ρουμανοβλαχικό πλαίσιο και τους «αλύτρωτους Ρουμάνους αδελφούς», έχουμε περάσει στην αρμάνικη/μακεδοναρμάνικη παραλλαγή του Βλάχικου ζητήματος και η αναγνώριση από την Αλβανία των Βλάχων (Αρμάνων) ως ξεχωριστής εθνικής μειονότητας ρίχνει, αναπόφευκτα, «νερό στον μύλο» του νεοαρμάνικου εθνικισμού.

Πολιτική εργαλειοποίηση

Σε αυτό το περιβάλλον, το περιστατικό της Φλώρινας αποκτά άλλη διάσταση. Δεν πρόκειται απλώς για μια «ακραία έκφραση», αλλά για τμήμα ενός ευρύτερου οικοσυστήματος, όπου η πολιτισμική πρόκληση, ο αλυτρωτικός υπαινιγμός και η κρατική ανοχή ή αδράνεια συνυπάρχουν. Όταν η Πολιτεία εκπέμπει το μήνυμα ότι όλα είναι ανεκτά, δημιουργείται χώρος για την κανονικοποίηση του αναθεωρητισμού.

Η Αθήνα θα πρέπει να δει την κατάσταση που διαμορφώνεται με μεγαλύτερη καθαρότητα. Η προστασία των πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων είναι θεμιτή. Η πολιτική εργαλειοποίηση, όμως, ταυτοτήτων που γίνεται με όχημα τον σεβασμό των ιδιαίτερων πολιτιστικών στοιχείων δεν είναι, και πρέπει να μας ανησυχεί.

Δεν μπορεί να παρακολουθούμε αδρανείς την αναγνώριση νέων «εθνικών μειονοτήτων» στα Βαλκάνια, όταν αυτές αφορούν πληθυσμούς που ιστορικά, πολιτισμικά και εθνικά ανήκουν στον ελληνικό κορμό. Ούτε μπορεί να μένουμε αδιάφοροι απέναντι σε ένα πολιτικό παιχνίδι που, με πρόσχημα την ελεύθερη πολιτιστική έκφραση και την προστασία της παράδοσης, παράγει τετελεσμένα.

Η απάντηση δεν είναι ούτε η υστερία ούτε η σιωπή. Είναι η σοβαρή διπλωματία, η συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων και η παρέμβαση όπου απαιτείται, η προσφυγή στα ευρωπαϊκά όργανα, η ανάδειξη –στην περίπτωση των Βλάχων– του ζητήματος στο πλαίσιο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Αλβανίας και, κυρίως, η ενίσχυση της πολιτιστικής και εθνικής μας αυτοπεποίθησης. Διότι η ιστορία δείχνει ότι όταν αγνοούμε τέτοιες εξελίξεις, συνήθως τις συναντούμε ξανά, σε πολύ δυσμενέστερες συνθήκες.

(*) Ο Αντώνης Μπέζας είναι πρώην υφυπουργός και βουλευτής Θεσπρωτίας

Δημοσιεύτηκε στο https://www.militaire.gr/

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *