Γράφει ο Σωτήρης Γιάκης
Κάθε φορά που κάποιος ξένος επισκέπτεται την Ηγουμενίτσα για πρώτη φορά, η αντίδρασή του είναι σχεδόν πάντα η ίδια. Κοιτά γύρω, βλέπει το λιμάνι, νιώθει τον αέρα του Ιονίου, αντιλαμβάνεται το άνοιγμα στην Αδριατική, πού βρίσκεται γεωγραφικά – και αναρωτιέται με ειλικρινή απορία: «Πώς γίνεται αυτή η πόλη να μην έχει εκραγεί ακόμα;» Κι έχει δίκιο να απορεί.
Η Ηγουμενίτσα κατέχει ένα από τα πιο ευνοημένα σημεία ολόκληρης της χώρας. Λιμάνι που εξυπηρετεί εκατομμύρια επιβάτες κάθε χρόνο, άμεση πρόσβαση στη Δυτική Ευρώπη μέσω θαλάσσης, η Εγνατία Οδός να τη διαπερνά, τα Βαλκάνια να την αγγίζουν. Στη θεωρία, αυτό είναι το προφίλ μιας πόλης που θα έπρεπε να βρίσκεται σε τροχιά σταθερής ανόδου. Στην πράξη, όμως, η εικόνα που βλέπουμε είναι διαφορετική – και αυτή η απόσταση ανάμεσα στο τι θα μπορούσε να είναι και στο τι πράγματι είναι, αξίζει να μας απασχολήσει σοβαρά.
Υπάρχει μια κατηγορία τόπων που η ιστορία τούς έδωσε πολλά και οι άνθρωποί τους αξιοποίησαν λίγα – όχι από έλλειψη μέσων, αλλά από έλλειψη βούλησης να διεκδικήσουν αυτό που τους ανήκει. Η Ηγουμενίτσα ανήκει σε αυτή την συνθήκη και αυτό δεν είναι κατηγόρια – είναι διαπίστωση που πονά, γιατί ακριβώς επειδή η πόλη αυτή άξιζε περισσότερα, η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσε να είναι και σε αυτό που είναι γίνεται πιο οδυνηρή.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό – είναι δομικό
Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τα έργα που αργούν, η αδιαφορία ή οι σκοπιμότητες των δυο βαθμίδων αυτοδιοίκησης ή της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας ή κάποιος συγκεκριμένος φταίχτης που μπορούμε να υποδείξουμε με το δάχτυλο. Αυτά υπάρχουν, φυσικά, και δεν τα αγνοούμε. Αλλά το βαθύτερο πρόβλημα είναι δομικό: η Ηγουμενίτσα έχει εδώ και χρόνια εγκλωβιστεί στην ταυτότητα του περάσματος, χωρίς να έχει καταφέρει να χτίσει παράλληλα την ταυτότητα του προορισμού.
Κάθε μέρα, χιλιάδες άνθρωποι, φορτηγά, οχήματα και κεφάλαια διασχίζουν αυτή την πόλη. Κάποιοι αφήνουν λίγα χρήματα σε μια καφετέρια, έναν φούρνο ή σε ένα βενζινάδικο. Οι περισσότεροι, όμως, περνούν και φεύγουν. Η αξία που θα μπορούσε να παραμείνει εδώ – ως εισόδημα, ως επένδυση, ως θέσεις εργασίας – συνεχίζει τον δρόμο της προς αλλού. Και η πόλη παρακολουθεί.
Η πόλη έχει μάθει να εξυπηρετεί ροές χωρίς να τις μετατρέπει σε κάτι που να ριζώνει. Ό,τι περνά, περνά και φεύγει. Ό,τι θα έπρεπε να εγκαθίσταται, συνεχίζει τον δρόμο του. Αυτή η αποτυχία μετατροπής – από διάδρομος σε τόπος ζωής – είναι η μεγαλύτερη αδικία που έχει υποστεί αυτή η πόλη, όχι από κάποιον εξωτερικό εχθρό, αλλά από τη συσσωρευμένη ανοχή μας στο λιγότερο.
Ένα λιμάνι, από μόνο του, δεν αναπτύσσει καμία πόλη. Ιστορικά, οι λιμενικές πόλεις που «ανδρώθηκαν» ήταν αυτές που κατάφεραν να μετατρέψουν τη διακίνηση σε παραγωγή – αυτές που δεν αρκέστηκαν στο να είναι σταθμός αλλά έγιναν κέντρο. Η Ηγουμενίτσα έχει ακόμα μπροστά της αυτή τη διαδρομή, και το ερώτημα είναι αν θα την κάνει ή αν θα συνεχίσει να την αναβάλλει.
Το δεύτερο πλήγμα: η ακαδημαϊκή αποψίλωση
Το δεύτερο πλήγμα, το οποίο δεν μπορούμε να αποσιωπήσουμε, είναι η ακαδημαϊκή ερήμωση της πόλης. Όταν μια κοινωνία χάνει τους φοιτητές της, δεν χάνει απλώς έναν αριθμό σε μια στατιστική – χάνει τον πιο ζωτικό ιστό της. Οι νέοι άνθρωποι δεν είναι μόνο αύριο – είναι σήμερα. Είναι η αγορά που ζωντανεύει, τα καφέ που γεμίζουν, οι ιδέες που κυκλοφορούν, η ενέργεια, ο πολιτισμός που κάνει μια πόλη να νιώθει ζωντανή και όχι απλώς λειτουργική.
Μια πόλη που αδυνατεί να κρατήσει τη νεολαία της δεν βρίσκεται σε στάση- βρίσκεται σε αργή αποχώρηση από το μέλλον. Και αυτό δεν ήταν μοιραίο. Ήταν αποτέλεσμα επιλογών – ή ακριβέστερα, αποτέλεσμα της απουσίας επιλογών, της παραίτησης από τη διεκδίκηση αυτού που δικαιούμαστε. Μια πόλη που δεν κρατά τους νέους της και δεν παράγει γνώση, δεν έχει μακροπρόθεσμο μέλλον, ανεξάρτητα από το πόσα πλοία περνούν από το λιμάνι της.
Η πιο επικίνδυνη λέξη: «τουλάχιστον»
Εδώ πρέπει να ειπωθεί κάτι που συνήθως αποφεύγουμε: η Ηγουμενίτσα δεν υποφέρει επειδή είναι μικρή ή αδύναμη. Υποφέρει επειδή για χρόνια εκπαιδεύτηκε – από τις συνθήκες, από τις αποφάσεις που λαμβάνονταν αλλού, από τη δική μας σιωπή – να αποδέχεται ως φυσιολογικό αυτό που δεν είναι. Να βλέπει τα λιμενικά έσοδα να κατευθύνονται σε άλλα ταμεία. Να βλέπει τις επενδύσεις να ανακοινώνονται και να αναβάλλονται. Να βλέπει τους νέους της να φεύγουν και να μην επιστρέφουν. Και να λέει, με μια κουρασμένη ανοχή, «τουλάχιστον υπάρχει το λιμάνι».
Αυτή η λέξη – «τουλάχιστον» – είναι ίσως η πιο επικίνδυνη στο λεξιλόγιο μιας πόλης που θέλει να έχει μέλλον. Γιατί η νοοτροπία που κρύβεται πίσω της – η αποδοχή του «να περάσει κι αυτό», η προσαρμογή στη μετριότητα – είναι ο πιο ύπουλος εχθρός, εκείνος που δεν έχει πρόσωπο και δεν μπορείς να τον καταγγείλεις σε καμία αίθουσα. Η Ηγουμενίτσα δεν μικραίνει επειδή είναι μικρή. Μικραίνει επειδή για χρόνια δέχθηκε να αποδίδει λιγότερο από αυτό που της αναλογεί.
Τι χρειάζεται η Ηγουμενίτσα – και τι όχι
Το μέτρο επιτυχίας μιας πόλης δεν είναι πόση κίνηση διαχειρίζεται- είναι πόση αξία κατορθώνει να κρατήσει. Μένουν εδώ επιστήμονες, επιχειρηματίες, δημιουργοί; Υπάρχει λόγος για έναν νέο άνθρωπο που μεγάλωσε εδώ να επιστρέψει μετά τις σπουδές του; Υπάρχει οικοσύστημα – εκπαιδευτικό, οικονομικό, πολιτιστικό – που να δίνει βάθος στη ζωή και όχι μόνο διέλευση; Αν η απάντηση σε αυτά παραμένει αρνητική, τότε όλη η στρατηγική θέση της πόλης και όλο το φυσικό της κάλλος είναι σαν ένα πλούσιο κληρονομικό χωράφι που κανείς δεν καλλιεργεί.
Αυτό που χρειάζεται η Ηγουμενίτσα δεν είναι ένα ακόμη σχέδιο που θα παραμείνει στα συρτάρια, ούτε μια ακόμη εξαγγελία που θα ξεθωριάσει μέχρι τις επόμενες εκλογές. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο δύσκολο και πολύ πιο αξιόλογο: να αποφασίσει ότι δεν αρκείται πλέον στον ρόλο του χρήσιμου περάσματος και ζητά τον ρόλο της πόλης που παράγει, που κρατά, που ακτινοβολεί.
Για να γίνει αυτό, χρειάζονται κάποια πράγματα που δεν είναι ούτε αόριστα ούτε ουτοπικά. Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να συνδεθεί το λιμάνι με μια συνολική στρατηγική για την ενδοχώρα – με αποθήκευση, logistics, υποστηρικτικές υπηρεσίες, εμπορικές υποδομές που να κρατούν στην περιοχή ένα κομμάτι της αξίας που σήμερα απλώς διέρχεται. Χρειάζεται σιδηροδρομική σύνδεση – όχι ως αίτημα που επαναλαμβάνεται σε κάθε εκλογική περίοδο και ξεχνιέται μετά, αλλά ως μόνιμη, ανελαστική διεκδίκηση. Χρειάζεται να διεκδικήσει πανεπιστημιακή παρουσία όχι ως προνόμιο αλλά ως αναγκαία συνθήκη επιβίωσης. Και χρειάζεται ταυτότητα – τουριστική, πολιτιστική, αστική – που να κάνει κάποιον να θέλει να έρθει εδώ και να μείνει, όχι απλώς να σταματήσει για καύσιμα.
Το κριτήριο για κάθε απόφαση, κάθε επένδυση, κάθε θεσμό που λειτουργεί εδώ, πρέπει να είναι ένα και μόνο: τι αφήνει πίσω στον τόπο; Όχι τι υπόσχεται, όχι τι ανακοινώνει – τι αφήνει. Σε αριθμούς, σε δουλειές, σε υποδομές, σε ευκαιρίες για τους νέους που μεγαλώνουν εδώ.
Η ώρα της απόφασης
Δεν είμαστε εδώ για να μοιρολογήσουμε. Η Ηγουμενίτσα δεν είναι χαμένη υπόθεση – είναι υπόθεση που δεν έχει ακόμα κερδηθεί. Και αυτή η διαφορά έχει σημασία. Σημαίνει ότι υπάρχει χρόνος, υπάρχουν δυνατότητες και υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα – αρκεί να αποφασίσουν να το κάνουν με συνέπεια και με ορίζοντα, όχι με ανακοινώσεις και φωτογραφίες.
Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται η πόλη να αποκτήσει ξανά αυτοπεποίθηση – εκείνη την ήρεμη, επίμονη βεβαιότητα ότι αξίζει περισσότερα από αυτά που της δόθηκαν. Οι πόλεις που ανεβαίνουν δεν ανεβαίνουν επειδή κάποιος τους χάρισε τη θέση τους. Ανεβαίνουν επειδή οι άνθρωποί τους αρνήθηκαν να δεχτούν λιγότερα από όσα τους αναλογούσαν.
Η Ηγουμενίτσα έχει μπροστά της μια επιλογή που δεν είναι απλώς πολιτική – είναι επιλογή ταυτότητας. Θα γίνει η πόλη που αποφάσισε να αξιοποιήσει αυτό που έχει, ή θα παραμείνει η πόλη που βλέπει τον πλούτο να περνά μπροστά της χωρίς ποτέ να τον κάνει δικό της; Η απάντηση δεν θα δοθεί από κάποια κυβέρνηση στην Αθήνα. Θα δοθεί από εδώ, από τους ανθρώπους που ζουν και δουλεύουν σε αυτή την πόλη – και από το αν θα αποφασίσουν να απαιτήσουν περισσότερα, για τον εαυτό τους και για τους επόμενους.
Αυτή είναι η ώρα της Ηγουμενίτσας – όχι για ρητορεία, αλλά για απόφαση. Γιατί μια πόλη που ξέρει τι αξίζει και το διεκδικεί με συνέπεια, αργά ή γρήγορα, το κερδίζει.





