Η Ήπειρος στην Επανάσταση του 1821 – Β’ μέρος

Share Button

Στα τέλη Ιουνίου 1821 κηρύχθηκε η επανάσταση στα μεγάλα κεφαλοχώρια της Ηπείρου, το Συρράκο και τους Καλαρρύτες. Σε αυτά βρίσκονταν 500 περίπου Αλβανοί υπό τον εμπειροπόλεμο Ιμπραήμ Πρεμέτη που είχε αναλάβει να εξασφαλίζει ανοιχτή την επικοινωνία των σουλτανικών στρατευμάτων στα Γιάννενα, με τη Θεσσαλία. Στο Συρράκο οι Έλληνες επαναστάτες επικράτησαν εύκολα. Στους Καλαρρύτες οι Αλβανοί αντιστάθηκαν και συνέλαβαν προκρίτους ως ομήρους. Παράλληλα οχυρώθηκαν και ανέμεναν ενισχύσεις από τον Χουρσίτ. Μετά από πέντε μέρες όμως συμφώνησαν να φύγουν ανενόχλητοι και να μεταβούν στο στρατόπεδο των σουλτανικών.

Ο Χουρσίτ που είχε ανησυχήσει έστειλε ισχυρές δυνάμεις στην περιοχή που ενώθηκαν με τους Αλβανούς του Πρεμέτη και έκαμψαν την αντίσταση των Ελλήνων. Μπήκαν στα δύο κεφαλοχώρια και τα πυρπόλησαν (10 Ιουλίου), προκαλώντας ολοκληρωτική καταστροφή. Τρεις χιλιάδες κάτοικοι των χωριών και επαναστάτες κατευθύνθηκαν προς την κοιλάδα του Αχελώου, στα χωριά της οποίας διασκορπίστηκαν οι περισσότεροι.

4216866

Οι Έλληνες οπλαρχηγοί συγκεντρώθηκαν στα Πράμαντα και προσπάθησαν να αναχαιτίσουν τις δυνάμεις του Ισμαήλ Πλιάσα που κινούνταν προς τα εκεί. Οι Τουρκαλβανοί όμως παρά τη γενναία ελληνική αντίσταση κατέλαβαν, λεηλάτησαν και πυρπόλησαν τα Πράμαντα και τους Μελισσουργούς στις 30 Ιουλίου. Προσπάθησαν έπειτα να κινηθούν νότια για να ενισχύσουν την φρουρά τους στην Αιτωλοακαρνανία, όμως ηττήθηκαν στη θέση Σταυρός και επέστρεψαν άπραγοι και με σημαντικές απώλειες στα Γιάννενα.
Η επανάσταση σε Πρέβεζα και Πάργα

Στο μεταξύ οι Σουλιώτες στράφηκαν προς την Πρέβεζα, καθώς η κατοχή της θα τους εξασφάλιζε σημαντικά οφέλη. Έτσι στα τέλη Απριλίου (κατά τον Χ. Περραιβό) ή στα τέλη Μαΐου κατά των (Ι. Φιλήμονα) 2.000 άνδρες έφτασαν στον Λούρο. Αφού εξόντωσαν τη φρουρά που βρισκόταν στον δρόμο Ιωαννίνων – Άρτας – Πρέβεζας, κινήθηκαν προς την πόλη, την οποία υπεράσπιζε μικρή δύναμη. Και πάλι ο Χουρσίτ μπόρεσε να στείλει 1.500 Τουρκαλβανούς που ανάγκασαν τους Σουλιώτες να αποχωρήσουν και να κατευθυνθούν στα Λέλοβα. Μετά από πολιορκία 12 ημερών όμως οι Σουλιώτες ανάγκασαν τους εχθρούς να συνθηκολογήσουν και να φύγουν, αφήνοντας στους νικητές αποσκευές και πολεμοφόδια. Λίγες μέρες αργότερα οι Σουλιώτες κατέλαβαν και τους Βαριάδες.

Ο Χριστόφορος Περραιβός είχε σταλεί από τους Σουλιώτες να καταλάβει τη Ρινιάσα, ένα μικρό βενετσιάνικο φρούριο κομβικής σημασίας μεταξύ Πρέβεζας και Πάργας, για να εξασφαλίσει την ελεύθερη επικοινωνία με το Σούλι. Ωστόσο ήρθε σε συνεννόηση με τους Παργινούς πρόσφυγες στην Κέρκυρα για να συντονίσουν τις ενέργειές τους με τους Σουλιώτες προκειμένου να ανακαταληφθεί η Πάργα. Τελικά οι Σουλιώτες θεώρησαν άκαιρη την επίθεση στην Πάργα. Όμως οι 180 περίπου Παργινοί που είχαν αποβιβαστεί στην Ήπειρο με τους λίγους Σουλιώτες της Ρινιάσας υπό τον Περραιβό, επιτέθηκαν εναντίον της φρουράς της Πάργας, την οποία αιφνιδίασαν, χωρίς όμως ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Ο Χουρσίτ έστειλε ισχυρές δυνάμεις εναντίον των επαναστατών που κατάφεραν να διασωθούν και να καταφύγουν στο Φανάρι και τη Ρινιάσα. Οι περισσότεροι Παργινοί, απογοητευμένοι κατέφυγαν στην Κέρκυρα, όπου αντιμετώπισαν τις διώξεις των Άγγλων που κατείχαν τότε τα Επτάνησα.

souliotes

Οι Σουλιώτες πάντως θριάμβευσαν στις 15 Σεπτεμβρίου 1821 επί των δυνάμεων που είχε στείλει ο Χουρσίτ στα Πέντε Πηγάδια και δύο μέρες αργότερα εναντίον των στρατευμάτων του Μουσταφά Πασά στα στενά των Πέντε Πηγαδιών. Οι νίκες τους αυτές διευκόλυναν την κατάληψη του Τόσκεσι και τον Δερβίζιανων.

Η προσπάθεια για απελευθέρωση της Άρτας

Πιεζόμενοι και από τον Αλή πασά οι Σουλιώτες ήρθαν σε επαφή με τους Αιτωλοακαρνάνες οπλαρχηγούς και αποφάσισαν να κινηθούν εναντίον της Άρτας. Στην πόλη υπήρχε επαναστατικό κλίμα και υπήρχαν πολλοί Φιλικοί. Ανάμεσά τους και ο Ιωάννης Μακρυγιάννης που ήταν εγκατεστημένος στην πόλη από το 1811.

Ο Χουρσίτ έστειλε εναντίον των επαναστατών της Δυτικής Στερεάς τον Ισμαήλ Πλιάσα, ο οποίος όμως απέτυχε επανειλημμένα να περάσει τις διαβάσεις του Μακρυνόρους και τελικά κατέφυγε έχοντας μεγάλες απώλειες στην Άρτα. Νέα ήττα των Τούρκων από ελληνικές δυνάμεις, υπό τους Γώγο Μπακόλα και Ιωάννη Ρατζηκώτσικα στις 15 Ιουλίου στην περιοχή του Πέτα, τους ανάγκασε να καταφύγουν επίσης στην Άρτα όπου ξέσπασαν σε φόνους και βιαιοπραγίες εναντίον των αμάχων.
Το μόνο που κατάφεραν οι Τούρκοι ήταν να καταστείλουν την εξέγερση στα Άγραφα που είχε ξεσπάσει στα μέσα Μαΐου. Συνέλαβαν τον οπλαρχηγό Κ. Βελή, τον οποίο θανάτωσαν στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη μετά από φρικτά βασανιστήρια.
Την 1η Σεπτεμβρίου ανανεώθηκε στο Πέτα η συμφωνία Σουλιωτών και Αλβανών οπλαρχηγών, στην οποία προσχώρησαν Ηπειρώτες και Αιτωλοακαρνάνες.

Οι επαναστατικές δυνάμεις που βρίσκονταν στο Πέτα υπό τον Γώγο Μπακόλα πληροφορήθηκαν τα σχέδια των Τούρκων της Άρτας από τον μητροπολίτη Άνθιμο για επίθεση εναντίον τους. Έτσι όταν οι Τούρκοι τους επιτέθηκαν στις 11 Σεπτεμβρίου , κατάφεραν να τους απωθήσουν και να τους αναγκάσουν να κλειστούν ξανά στην πόλη.

maxi-peta-1821

Σταδιακά παρά τις αντιρρήσεις των Σουλιωτών και τον Ακαρνάνων οπλαρχηγών άρχισε να ωριμάζει ιδέα για κατάληψη της Άρτας. Η πόλη όμως ήταν καλά οχυρωμένη και την υπεράσπιζαν 12.000 Τούρκοι κατά τον Μακρυγιάννη (4.000 κατά τον Φιλήμονα). Σε νέα σύσκεψη στο Πέτα Έλληνες και Αλβανοί αποφάσισαν να ξεκινήσουν την επίθεση στις 12 Νοεμβρίου.

Παρά την αρχική στασιμότητα, συντονισμένη επίθεση κατά της πόλης στις 17 Νοεμβρίου ανάγκασε τους Τούρκους να οχυρωθούν στο κάστρο. Η κατάληψη της Άρτας συνοδεύτηκε από λεηλασίες ακόμη και ελληνικών σπιτιών. Ενώ όμως έπρεπε να οργανωθεί συντονισμένη επίθεση εναντίον των Τούρκων του κάστρου της πόλης, υπήρξε μία χαλάρωση που οφειλόταν, κατά τον Μακρυγιάννη, στην αχαλίνωτη λαφυραγώγηση. Οι Τούρκοι που προς στιγμή είχαν προτείνει συμβιβασμό ανασυντάχθηκαν και ο Χουρσίτ έστειλε δυνάμεις εναντίον των επαναστατών.

Ανάμεσα σε Έλληνες και Αλβανούς άρχισε να υπάρχει έντονη καχυποψία, που πήγαζε από την προπαγάνδα των σουλτανικών ότι οι Έλληνες πολεμούσαν για τη δημιουργία δικού τους κράτους. Έτσι οι Αλβανοί οπλαρχηγοί (Άγος Μουχαρδάρης, Ταχίρ Αμπάζης, Σουλεϊμάν Μέτο κ.α.) πρότειναν στον Χουρσίτ μέσω του Ομέρ Βρυώνη να ενταχθούν στις δυνάμεις του με αντάλλαγμα αμνηστία.

Στο μεταξύ η πίεση που ασκούσαν τα σουλτανικά στρατεύματα με επικεφαλής τον Μεχμέτ Ρεσίτ πασά στις περιοχές Λούρου και Καλαμά και οι υποψίες που είχαν αρχίσει να δημιουργούνται στους Έλληνες για τους Αλβανούς, οδήγησαν τμήματα των επαναστατών όπως του Μακρυγιάννη, των οπλαρχηγών της Αιτωλοακαρνανίας και άλλων ,να εγκαταλείψουν την Άρτα στην οποία παρέμειναν σχεδόν μόνο οι Σουλιώτες και οι Αλβανοί. Οι τελευταίοι κρύβοντας τις προθέσεις τους και ενώ τα σουλτανικά στρατεύματα πλησίαζαν τη γέφυρα της Άρτας συμβούλευσαν τους Σουλιώτες να απομακρυνθούν λέγοντάς τους ότι θα τους ακολουθήσουν. Στη συνέχεια όμως με επιστολή ανακοίνωσαν στους Σουλιώτες τη διάλυση της συμμαχίας τους…
Το τέλος του Αλή πασά και οι αγώνες των Σουλιωτών

ali-pasha-agim-sulaj
O Aλή Πασάς

Μετά την ανακατάληψη της Άρτας οι τουρκικές δυνάμεις πολιόρκησαν στενότερα τον Αλή πασά ο οποίος μην έχοντας πλέον συμμάχους αποσύρθηκε στο εσωτερικό του φρουρίου και διατήρηση της περιουσίας του και τον έπεισε να μεταβεί στο νησί των Ιωαννίνων (20 Ιανουαρίου 1822), συγκεκριμένα στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα μαζί με λίγους πιστούς που του είχαν απομείνει. Εκεί έφτασαν στις 24 ή 25 Ιανουαρίου σουλτανικά στρατεύματα που ζήτησαν από τον Αλή να παραδοθεί. Η άρνησή του οδήγησε σε συμπλοκή στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Αλή πασάς και άνδρες της συνοδείας τους. Την επόμενη μέρα το ακέφαλο σώμα του μεταφέρθηκε στο τζαμί του Ιτς Καλέ όπου τάφηκε με τιμές ενώ το κεφάλι του στάλθηκε στην Κωνσταντινούπολη…

Οι Σουλιώτες μετά τις τελευταίες εξελίξεις επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Παρακολουθούσαν τις κινήσεις του Χουρσίτ και ενημέρωναν τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.
Αυτός πίστευε ότι μπορούσαν να ξεκινήσουν επιθετικές ενέργειες στην Ήπειρο σε πρώτη φάση από τους Σουλιώτες με ενισχύσεις ,όπως πίστευε, από τους Αλβανούς μπέηδες της περιοχής. Οι Σουλιώτες ωστόσο στις 22 Φεβρουαρίου 1822 απάντησαν αρνητικά στον Μαυροκορδάτο, καθώς πιθανή επιχείρηση εναντίον του Χουρσίτ θα είχε ολέθριες συνέπειες για τους αιχμαλώτους και τους ομήρους που κρατούσε ο τελευταίος. Αντιπρότειναν την ένωση όλων των ένοπλων ελληνικών σωμάτων και την αποστολή τροφίμων και πυρομαχικών με πλοία από τα ηπειρωτικά παράλια. Το ίδιο επανέλαβαν και στις 10 Μαΐου όταν πληροφορήθηκαν ότι ο Χουρσίτ θα επιτεθεί εναντίον τους.

Αρχικά επιτέθηκε στους Σουλιώτες ο Ομέρ Βρυώνης με περισσότερους από 10.000 άνδρες. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και πολλοί Αλβανοί άλλοτε σύμμαχοι των Σουλιωτών. Ως τις αρχές Ιουνίου, οι Σουλιώτες με απαράμιλλο ηρωισμό κατάφεραν να αποκρούσουν τις επιθέσεις τόσο του Ομέρ Βρυώνη όσο και του Χουρσίτ. Οι επιτιθέμενοι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στις αρχικές τους θέσεις έχοντας μεγάλες απώλειες.

1.500 Αλβανοί που είχαν κλειστεί στον Αβαρίκο (ένα από τα χωριά του Σουλίου) ,αιχμαλωτίστηκαν. Μεγάλη συμβολή στην ήττα των εχθρών είχαν οι ηρωικές Σουλιώτισσες που με λοστούς και ραβδιά κυλούσαν τεράστιους ογκόλιθους εναντίον των Τουρκαλβανών. Ο Χουρσίτ που παραδέχθηκε την ήττα του και την απέδωσε στη βούληση του Θεού, αναχώρησε με εντολή της Πύλης για τη Λάρισα(όπου αυτοκτόνησε λίγους μήνες αργότερα) αφήνοντας επικεφαλής όλων των τουρκικών δυνάμεων στην Ήπειρο τον Ομέρ Βρυώνη.

Omer_Vrionis
Ομέρ Βρυώνης

Οι μάχες του Πέτα και της Σπλάντζας

Σημαντικό ρόλο στην πορεία των επαναστατικών ενεργειών στην Ήπειρο έπαιξε η αποτυχία της εκστρατείας που οργάνωσε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Η βαριά ελληνική ήττα στο Πέτα (4 Ιουλίου 1822), στην οποία αφιερώσαμε εκτενές άρθρο μας στις 18 Φεβρουαρίου 2017 και η μάχη της Σπλάντζας (4 Ιουλίου 1822), στη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκε ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης σήμαναν ουσιαστικά το τέλος της Επανάστασης στην Ήπειρο. Αλλά και οι Σουλιώτες πολιορκημένοι στην Κιάφα όπου είχαν συγκεντρωθεί εκτός των πολεμιστών και 15.000 γυναικόπαιδα, περιήλθαν σε δυσχερέστατη θέση. Έτσι μετά από συνεννόηση με τους Τούρκους έφυγαν (2 Σεπτεμβρίου 1822) για τα Επτάνησα. Αρχικά πήγαν στον Άσσο της Κεφαλλονιάς και στη συνέχεια και σε άλλα νησιά, κυρίως στην Κέρκυρα.

Τον Αύγουστο του 1822 ο Αθανάσιος Ψαλίδας κατέφυγε στην Κέρκυρα και από εκεί υπέβαλε υπομνήματα προς τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο με σκοπό την εξέγερση της δυτικής Ηπείρου. Στην επανάσταση αυτή θα συμμετείχαν οι Σουλιώτες, τα χωριά της Κόνιτσας, του Πωγωνίου, του Αργυρόκαστρου μέχρι τη Χιμάρα, καθώς και Αλβανοί αγάδες της Τσαμουριάς. Ο Μαυροκορδάτος όμως αρνήθηκε λέγοντας ότι είναι επικίνδυνη μια τέτοια εξέγερση και ότι οι ανάγκες του Αγώνα δεν επέτρεπαν καμία συνδρομή.
Αλβανικές συμμορίες λεηλατούν την Ήπειρο μετά τον θάνατο του Αλή πασά

Οι κάτοικοι της Ηπείρου μετά τον θάνατο του Αλή πασά είχαν ν’ αντιμετωπίσουν ένα σοβαρότατο πρόβλημα. Ο Αλή με την σκληρή, τυραννική διακυβέρνησή του είχε εμπεδώσει την τάξη και την ασφάλεια στην Ήπειρο. Μετά τον θάνατό του, τα στρατεύματα που τον πολιορκούσαν αλλά και ληστρικές αλβανικές συμμορίες σκότωναν, καταπίεζαν και λήστευαν τους Χριστιανούς από τα Γιάννενα ως το Αργυρόκαστρο.

Το 1823 ο Σιλιχτάρ Μπότας που ήταν στην υπηρεσία του Αλή πασά και εχθρός του τότε διοικητή Ιωαννίνων Ομέρ Βρυώνη, άρπαζε τις περιουσίες των κατοίκων στις περιοχές των Ιωαννίνων , της Κόνιτσας και του Πωγωνίου. Το 1825 ο Ομέρ Βρυώνης αντικαταστάθηκε από τον Μεχμέτ Ρεσίτ πασά που κατάφερε να περιορίσει τις αυθαιρεσίες και τις λεηλασίες των Αλβανών που περνούσαν από την Ήπειρο για να καταταγούν ως μισθοφόροι στον οθωμανικό στρατό. Όταν ο Ρεσίτ έφυγε για να πάρει μέρος στην πολιορκία της Αθήνας, οι Αλβανοί άρχισαν πάλι τις αρπαγές και τις λεηλασίες.

Alexandros_Mavrokordatos
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Τα τελευταία έτη της Επανάστασης στην Ήπειρο

Η αποχώρηση των Σουλιωτών από την Ήπειρο, η συνεχής διέλευση και παραμονή αλβανικών δυνάμεων προς νότο και η έλλειψη εφοδίων και οπλισμού, κυρίως από τους κατοίκους των βόρειων περιοχών της Ηπείρου, οδήγησαν στην αποδυνάμωση της Επανάστασης εκεί. Οι τελευταίες επαναστατικές ενέργειες στην Ήπειρο έγιναν στις περιοχές του Ραδοβιζίου και των Τζουμέρκων, το καλοκαίρι του 1824. Μάλιστα σε μάχη στον Ξαδάκτυλο ελληνικές δυνάμεις με επικεφαλής τους Γ. Ράγκο και Δ. Τσέλιο συνεπλάκησαν με τους Τούρκους και τους κατανίκησαν προκαλώντας τους βαρύτατες απώλειες (100 νεκροί).

Και βέβαια πολλοί Ηπειρώτες, Σουλιώτες και άλλοι πήραν μέρος σε μάχες στην υπόλοιπη επαναστατημένη Ελλάδα. Η μάχη του Κεφαλόβρυσου όπου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης, οι μάχες εναντίον του Ιμπραήμ στο Νεόκαστρο και το Κρεμμύδι, η νικηφόρα μάχη του Διστόμου, εναντίον του φοβερού Ομέρ πασά της Εύβοιας, η μάχη της Αράχοβας, με την επιβλητική νίκη του Καραϊσκάκη επί του Μουστάμπεη της Λιβαδειάς, μάχες στην Αθήνα, η συμμετοχή του Δελβινακιώτη Χατζημιχάλη Νταλιάνη ως αρχηγού εκστρατευτικού σώματος στην Κρήτη όπου σκοτώθηκε με τους άνδρες του και έδωσε την «αφορμή» για να δημιουργηθεί ο θρύλος των Δροσουλιτών ήταν μερικές από αυτές. Και βέβαια ας μην ξεχνάμε τη συμμετοχή Σουλιωτών και άλλων Ηπειρωτών στη δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου.

Δυστυχώς η Ήπειρος, ίσως και από ελληνικά λάθη, έμεινε εκτός των ορίων του πρώτου ελληνικού κράτους και οι Ηπειρώτες ανέμεναν ως το 1881 (περιοχή της Άρτας) και το 1913 (το υπόλοιπο τμήμα της ελληνικής σήμερα Ηπείρου) να ενσωματωθούν στη μητέρα πατρίδα…

Πηγή: «ΗΠΕΙΡΟΣ – 4.000 ΧΡΟΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ», ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΘΗΝΩΝ Α.Ε., 1997.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ, «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ-ΗΠΕΙΡΟΣ»,ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΑΔΕΛΦΩΝ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ,1992.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.