Πάσχα στη Μουργκάνα (Άνοιξη του 1963)

Share Button
Αναπάντεχο το Πάσχα, κρατούσε ακόμα ο χειμώνας με τις βροχές. Ήρθαν οι ”Γερμανοί” με τις πρώτες άδειες, ήρθαν και οι καλατζήδες.
Κάτω στον κάμπο, δίπλα στο ποτάμι , ακούγονται οι κίσσες. Νοιώθουν τον καιρό. Ένα μακρόσυρτο κρώξιμο, που στα ξαφνικά γίνεται πνιχτό.Δεν καταλάβαινες αν γλυκαίνονται ή αν ξεψυχάνε.
Έτοιμα για το Πάσχα, ασβεστωμένα όλα, ως και τα τρία λιθαράκια στο παρτέρι γύρω απ’τις καμπανούλες.Κάπου άκουσε η Βασίλαινα ότι τα λουλούδια βγαίνουν από βολβούς ανθρώπων κάτω από τη γη. Έτοιμο και το σφάγιο…στη σκαμενιά,,,κρεμασμένο… με σχοινί…όχι,να μην θυμάται…
Ο Λάμπης είχε βγάλει το πουκάμισό του και κοιτούσε στον καθρέφτη τις ουλές στην πλάτη. Από σίδερα λιωμένα στο χυτήριο της Φόλκσβάγκεν. Δεν τό’δειξε στη μάνα.
Η Βασίλαινα καθισμένη στη γωνιά, ρούφαγε το κατακάθι απ’το φλυτζάνι του και τον κοιτούσε. Πώς ”φέρνει” στο μακαρίτικο…!, σκεφτόταν, ως κι η τζιούφα που του πέφτει στο κούτελο,ως και το κεφάλι που το στραβώνει σα ρωτάει…
”Ξάνθυνες μο παιδάκι μου, αφόντας πήγες στη Γερμανίγια…”
Πρώτη καμπάνα παράωρα, ο παπάς είχε να λειτουργήσει και στον Αγιοπάντο, με τη δεύτερη ανέβαιναν όλοι στη δημοσιά με τα φακά. Φαμίλιες φαμίλιες.Οι ”Γερμανοί”ψάχναν τα μονοπάτια. Τά’χε χαλάσει η βροχή. Τ’άλλαξε κι έφτιαξε δικά της.
Στη δημοσιά ενώθηκαν μ’άλλους δυό μαχαλάδες. Και με κάτι φαντάρους που είχαν κατέβει απ’το φυλάκιο Τζελίλ.Η Ράνω και η Ευανθία από το Ντύσελντορφ,η Ρίκη από τη Φραγκφούρτη. Με κομένες τις κόσες και φούστες νάυλον πλισέ, άλλες στο χρώμα της ζούζας, άλλες στο ουρανί.Μοσχοβολούσε ο αέρας Τόσκα λεμόνι 4711 και ασφάκα και βροχή.
Τόσος κόσμος πώς χώραγε μες στην εκκλησιά! Μια γλυκιά ζέστη αναδινόταν απ’τις ανάσες και τα κεριά.Ο δίσκος γεμάτος χάρτινα μάρκα, πράσινα, κίτρινα, βιολετιά, μεγάλα σαν μαντήλια κεντησμένα.
Ο Λάμπης όρθιος στο στασίδι.Κι εκείνος όρθιος, στ’αριστερά του δεξιού ψάλτη, να ισάρει με τη μύτη.Ο Λάμπης θυμήθηκε τότε που μιλούσε με τη μάνα απ’το Αννόβερο κι άκουγε τη βαριά ανάσα του, να μπαίνει μέσα στη γραμμή στο τηλεφωνείο και να κρυφακούει…Τελευταία φορά τον είχε δει στο Κέντρο Προνοίας, στην επίσκεψη της Βασιλίσσης, Το ’58.
Θε μου σ’χώρα με…, σκεφτόταν ο Λάμπης.Κοιτούσε μια εικόνα. Εκείνο τον άγιο χωρίς όνομα,ζωγραφισμένο κάτω κάτω αριστερά στη γωνία, που δεν έπεφτε φως πάνω στο κεφάλι του, να σαλπίζει μ’ένα κλάξον την Ανάσταση του Χριστού.
Τη δεύτερη μέρα του Πάσχα γινόταν γάμος στο χωριό.Παντρευόταν ο γυιός του Φώτου με μια Πρεβεζιάνα.Το προξενιό είχε γίνει στη Γερμανία.
Ο γάμος κατέβηκε από τη δημοσιά στο μεσοχώρι.Στήθηκε το μπαριάκι έξω απ’το κονάκι της Βασίλως.Το χορό άνοιξαν οι παπάδες.Δυό ζυγιές όργανα είχε φέρει ο Φώτος.Μια του Κίτσιο Χαρισιάδη κι άλλη μια απ’τη Βελτσίστα.Χόρεψε μπροστά κι ο αγροφύλακας.Γυαλισμένα τα σιρίτια…η στολή στάχτη χωνεμένη ,την είχαν φάει οι ήλιοι…
Χόρευαν ώρα πολλή.Είχε αρχίσει κι έπεφτε μια ψιλή ψιλή βροχή.Έσβηνε το κλαρίνο σιγάσιγά,και το βιολί και το λαούτο.Και τελευταία το ντέφι…ντιμ…παπα…ντιμ…πα…
Και η βροχή όλο και δυνάμωνε…Και μια αντάρα σκέπασε το μαχαλά κι όλες τις ράχες γύρω στη Μουργκάνα.Είχαν φύγει όλοι.Ο γάμος μαζευόταν σιγά σιγά στο σπίτι του Φώτου.
Είχε πέσει η νύχτα και η βροχή τό’ριχνε δαρτό το νερό.Κι έφερνε τη βραχνή φωνή του παρτή:
Οχ,αλησμονώ και χαίρομαι,
θυμιούμαι και λυπιούμαι…
απόσπασμα από τη ‘ Χώρα του Κασσίτερου” Σταυρούλα Δημητρίου,επανακυκλοφορεί από τις εκδ. Λιβάνη
φωτό: του καθηγητή της Γεωπονικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθήνας και φυσιοδίφη Eris Tzamos
Ανεβαίνοντας στη Μουργκάνα, Άγιοι Πάντες(οικισμός Σουφλάτικα)
5
Μου αρέσει!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.